14 Μαΐου, 2021

Το Great Reset και το κρατικό μονοπώλιο στην έκδοση νομίσματος

Πρέπει πλέον να είναι ξεκάθαρο ότι το μη υποστηριζόμενο σύστημα χαρτονομισμάτων δεν είναι μόνο αιτία κρίσεων, αλλά είναι επίσης το κεντρικό μέσο ελέγχου για τις ολιγαρχικές κομματικές ελίτ και τους υποστηρικτές τους.

Άρθρο του Thorsten Polleit, που δημοσιεύτηκε από το Mises Institute την 1 Φεβρουαρίου 2020. Χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά.


Το ακάλυπτο [σ.σ. από καταθέσεις] σύστημα χαρτονομισμάτων είναι ένα, οικονομικά και κοινωνικά, καταστρεπτικό σύστημα - με εκτεταμένες και επιβλαβείς οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες πέρα ​​από αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν να φανταστούν. Το παραστατικό (fiat) χρήμα είναι πληθωριστικό, ωφελεί μερικούς εις βάρος πολλών άλλων, προκαλεί οικονομικούς κύκλους άνθησης και κατάρρευσης, καταστρέφει την ηθική της κοινωνίας, καταλήγει τελικά σε ένα μεγάλο ξεφούσκωμα, και οδηγεί στην υπερχρέωση.

Το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IIF) εκτιμά ότι το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε στα 277 τρισεκατομμύρια δολάρια στο τέλος του 2020, ποσό που ισοδυναμεί με ένα αδιανόητο 365% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Όπως δείχνει το παρακάτω γράφημα, το παγκόσμιο χρέος έναντι του ΑΕΠ έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αύξηση του χρέους υπερέβη την αύξηση του ΑΕΠ. Αυτή η συσσώρευση επιπρόσθετου χρέους, η πορεία προς την υπερχρέωση, προκύπτει από ένα, μη υποστηριζόμενο, σύστημα χαρτονομισμάτων.



Σε στενή συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, οι κεντρικές (κρατικές) τράπεζες μειώνουν τεχνητά το επιτόκιο της αγοράς μέσω πιστωτικής επέκτασης, γεγονός που αυξάνει την προσφορά χρήματος. Η κατανάλωση αυξάνεται και οι αποταμιεύσεις μειώνονται, ενώ οι κεφαλαιουχικές δαπάνες σημειώνουν άνοδο. Όλα αυτά μαζί σημαίνουν ότι η οικονομία ζει πέρα ​​από τα όρια αυτοσυντήρησής της. Ενώ η ένεση νέων πιστώσεων και χρημάτων σε τεχνητά χαμηλά επιτόκια προκαλεί μια αρχική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, αυτή την άνθηση είναι μοιραίο να την διαδεχθεί η κατάρρευση.


Μαθαίνοντας από την Αυστριακή Θεωρία Επιχειρηματικών Κύκλων

Η αυστριακή θεωρία των επιχειρηματικών κύκλων (ABCT) επισημαίνει αυτό το φαινόμενο με μια αυστηρή λογική. Ο λόγος είναι ότι μόλις τελειώσει η ένεση νέων πιστώσεων και χρημάτων - μετά την αύξηση των μισθών, το μειωμένο κόστος του κεφαλαίου κ.λπ. - τα επιτόκια της αγοράς επιστρέφουν στα αρχικά τους επίπεδα, δηλαδή τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την δημιουργία πίστωσης και χρήματος από αέρα κοπανιστό. Μόλις τα επιτόκια της αγοράς αρχίσουν να αυξάνονται, η άνθηση μειώνεται και εντέλει ξεφουσκώνει.

Τα υψηλότερα επιτόκια της αγοράς ωθούν τους ανθρώπους να μειώσουν την κατανάλωση και να αυξήσουν τις εκταμιεύσεις από τα τρέχοντα έσοδα. Επιπλέον, νέα επενδυτικά σχέδια που θεωρούνται κερδοφόρα σε περιόδους που τα επιτόκια της αγοράς είναι τεχνητά μειωμένα, αποδεικνύονται μη επικερδή. Οι εταιρείες αρχίζουν να περιορίζουν τις δαπάνες τους, να μειώνουν τις θέσεις εργασίας, να ρευστοποιούν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Όσο επώδυνη κι είναι για τους περισσότερους ανθρώπους, αυτή είναι η διαδικασία μέσω της οποίας η οικονομία εκκαθαρίζεται από την υπερβολική κατανάλωση και τις λανθασμένες επενδύσεις που προκαλούνται από την τεχνητή άνθηση.

Κατά κανόνα, όσο υψηλότερη είναι η επιβάρυνση του χρέους για μια οικονομία, όσο υψηλότερο είναι το χρέος της σε σχέση με τα έσοδα, τόσο πιο προβληματικό είναι όταν χτυπήσει μια ύφεση. Σε γενικές γραμμές, η μείωση της παραγωγής επιδεινώνει την ικανότητα των δανειοληπτών να εξυπηρετούν το χρέος τους. Ωστόσο, όταν το χρέος έχει φθάσει σε σχετικά υψηλά επίπεδα, μια ύφεση μπορεί να ωθήσει τους οφειλέτες σε αθέτηση πληρωμών. Στην πραγματικότητα, μπορεί να προκαλέσει την κατάρρευση της πυραμίδας του χρέους, οδηγώντας την οικονομία σε ύφεση.

Οι επικριτές της θεωρίας ABCT μπορεί να υποστηρίξουν ότι το μη υποστηριζόμενο σύστημα χαρτονομισμάτων, παρά το υψηλό χρέος του, δεν κατέρρευσε στην κρίση του 2008–09, ούτε κατέρρευσε στην πολιτικά υπαγορευμένη κρίση των lockdown του 2020–21. Δεν σημαίνει αυτό ότι η ABCT έκανε λάθος; Η απάντηση είναι όχι. Το σημαντικό σημείο εδώ είναι ότι κατά την εφαρμογή της ABCT σε προηγούμενα ή τρέχοντα πραγματικά γεγονότα, είναι σημαντικό να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι «ειδικές συνθήκες».

Μόλις γίνει αυτό, γίνεται εμφανές ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν αναλάβει τον έλεγχο των επιτοκίων της αγοράς τα τελευταία χρόνια. Τα επιτόκια της αγοράς δεν καθορίζονται πλέον «ελεύθερα» στην αγορά, αλλά στην ουσία υπαγορεύονται από τις νομισματικές αρχές. Πράγματι, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν –και το κάνουν– να αποτρέψουν την αύξηση των επιτοκίων της αγοράς, πράγμα που σημαίνει ότι πράγματι διαταράσσουν τη διορθωτική δύναμη που θα μπορούσε να μετατρέψει την άνθηση σε κατάρρευση, συντηρώντας την άνθηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αυτή η πολιτική έχει συνέπειες που πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Όταν οι κεντρικές τράπεζες επεμβαίνουν επιτυχώς στην πιστωτική αγορά και απομακρύνουν την κατάρρευση, η εσφαλμένη κατανομή των πεπερασμένων οικονομικών πόρων συνεχίζεται και επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο - προσθέτοντας στο μέγεθος και στο εύρος της αναπόφευκτης κρίσης που θα εμφανιστεί στο μέλλον. Επιπλέον, η νομισματική πολιτική της αποτροπής της κατάρρευσης με κάθε μέσο, επιτρέπει στις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις να καταστρέψουν όσα λίγα έχουν απομείνει από το σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Και αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει σε ολόκληρο τον κόσμο.


Μια άβολη αλήθεια: Το κράτος τρέφεται από τις κρίσεις

Η πολιτικώς υπαγορευμένη κρίση των lockdown επιβράδυνε την οικονομική δραστηριότητα σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο, και σε ακραίες περιπτώσεις την έθεσε σε παύση. Η ύφεση, οι επιχειρηματικές αποτυχίες και η μαζική ανεργία είναι τα αποτελέσματα. Εν τω μεταξύ, οι κυβερνήσεις –οι οποίες προκάλεσαν την καταστροφή– «ήρθαν για να μας διασώσουν»: αφήνουν τις κεντρικές τους τράπεζες να βάζουν όλο και μεγαλύτερα χρηματικά ποσά στους τραπεζικούς λογαριασμούς καταναλωτών και παραγωγών.

Στηριζόμενοι σε αυτήν τη ροή χρήματος, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων και επιχειρηματικών προτύπων εξαρτώνται από τις κρατικές επιδοτήσεις. Δεν χρειάζονται πολλά για να συνειδητοποιήσουμε ότι ολόκληρη αυτή η διαδικασία είναι σαφώς ένα ατού στα χέρια εκείνων των πολιτικών συμφερόντων που θέλουν να μεγαλώσουν το κράτος ακόμη περισσότερο, να σπρώξουν στο περιθώριο τα εναπομείναντα καπιταλιστικά στοιχεία του οικονομικού συστήματος, και να δημιουργήσουν ένα κολεκτιβιστικό-σοσιαλιστικό καθεστώς – που θα χειρίζεται τους διακόπτες σε έναν πραγματικό «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό».

Όταν οι καταναλωτές και οι επιχειρηματίες λαμβάνουν γενναιόδωρη οικονομική υποστήριξη από την κυβέρνηση, η αντίσταση ενάντια σε μια πολιτική που καταστρέφει πολλές επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας μειώνεται σημαντικά - σε σύγκριση με μια κατάσταση όπου εκείνοι που υποφέρουν από τέτοιες κυβερνητικές πολιτικές δεν λαμβάνουν καμία αποζημίωση. Με άλλα λόγια, με τη λειτουργία των ηλεκτρονικών «πιεστηρίων εκτύπωσης» χρήματος, η κρατική ισχύς αυξάνεται σημαντικά εις βάρος των πολιτικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας.

Η Ιστορία δείχνει πως οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και οι κρίσεις ενισχύουν την εξουσία του κράτους. και επίσης ότι είναι πολύ δύσκολο να πάρουμε ποτέ πίσω την εξουσία από το κράτος αφ’ ότου την αποκτήσει. Και όσο πιο ισχυρό γίνεται το κράτος, τόσο περισσότερο θα χρησιμοποιείται από πολυάριθμες ομάδες ειδικών συμφερόντων - όπως το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, οι μεγάλες τράπεζες (Big Banking), οι μεγάλες εταιρείες ψηφιακής τεχνολογίας (Big Tech) - όπως θα μας εξηγούσε και η οικονομική θεωρία της λεγόμενης προσοδοθηρίας.


Το πρόβλημα με την ολιγαρχική δημοκρατία

Αυτή η εξέλιξη επιταχύνεται στις δημοκρατίες, επειδή οι δημοκρατίες εξελίσσονται σε ολιγαρχίες, όπως υποστηρίζει ο κοινωνιολόγος Robert Michels (1876-1936). Γιατί αυτό; Στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, σχηματίζονται πολιτικά κόμματα. Αυτά τα κόμματα είναι οργανώσεις που διευθύνονται από τους πιο αποφασιστικούς, τους πιο διψασμένους για εξουσία ανθρώπους. Γίνονται η «ολιγαρχική ελίτ του κόμματος» και είναι σε θέση να επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα, ανεξάρτητα από τη βούληση της κομματικής βάσης ή των ψηφοφόρων του κόμματος.

Διάφορες ομάδες ολιγαρχικών ελίτ αρχίζουν να συνεργάζονται, ανοίγοντας το δρόμο προς μια «ολιγαρχική δημοκρατία», στην οποία οι ισχυροί λίγοι κυριαρχούν επί των ανίσχυρων πολλών. Με άλλα λόγια: ο Michels υποστηρίζει ότι η έννοια της δημοκρατίας αντιστρέφεται. Στην πραγματικότητα, σε μια ολιγαρχική δημοκρατία, καθίσταται δυνατό για τις πολιτικές και εταιρικές «ελίτ» να κινούν τα νήματα ουσιαστικά, ενισχύοντας την αγαπημένη τους πολιτική, οικονομική ή κοινωνική μεγάλη ιδέα, με ενωμένες τις δυνάμεις τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι λέξεις-κλειδιά «Μεγάλος Μετασχηματισμός» και «Μεγάλη Επανεκκίνηση» (Great Reset) και «νέα τάξη πραγμάτων» φαίνεται να είναι τα πνευματικά παιδιά των σημερινών πολιτικών και εταιρικών ελίτ, που προορίζονται να αντικαταστήσουν όσα λίγα απομένουν από το σύστημα της ελεύθερης αγοράς και να εγκαθιδρύσουν ένα οικονομικό σύστημα κρατικών εντολών: Ενώ ο θεσμός της ιδιοκτησίας διατηρείται κατ’ όνομα, θα είναι η κεντρική αρχή, η ελίτ της εξουσίας, που θα καθορίζει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι ιδιοκτήτες με την περιουσία τους.

Σε ένα οικονομικό σύστημα κρατικών εντολών, οι ολιγαρχικές ελίτ των κομμάτων ουσιαστικά θα υπαγόρευαν τι θα παράγεται από ποιον, πότε, πού και με ποιο κόστος, και ποιος θα παίρνει τι και πότε από το τελικό προϊόν της παραγωγικής διαδικασίας. Και χρειάζεται μόνο ένα αρκετά μικρό - και λογικά συνεπές - βήμα για να μετατρέψει το οικονομικό σύστημα κρατικών εντολών σε απόλυτο σοσιαλισμό - όπου οι ολιγαρχικές κομματικές ελίτ και οι συνεργάτες τους θα κατείχαν ουσιαστικά τα μέσα παραγωγής. Ο σοσιαλισμός όμως είναι μια συνταγή καταστροφής.


Πρέπει να τερματίσουμε το νομισματικό μονοπώλιο του κράτους

Η παραγωγικότητα μιας οικονομίας κρατικών διαταγμάτων, πόσο μάλλον του πλήρους σοσιαλισμού, δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει, να θρέψει, να ντύσει και να στεγάσει έναν παγκόσμιο πληθυσμό περίπου 7,8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων σήμερα. Στην πραγματικότητα, μια οικονομία διαταγμάτων, ή ένας ολοκληρωτικός σοσιαλισμός, θα σήμαινε το θάνατο εκατομμυρίων, αν όχι δισεκατομμυρίων, ανθρώπων. Ο Ludwig von Mises (1881–1973) το επεσήμανε ήδη από το 1919: Ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος, οδηγεί σε χάος, φτωχοποίηση και πλήρη απώλεια της ατομικής ελευθερίας.

Κι όμως, οι κολεκτιβιστές-σοσιαλιστές ιδεολόγοι και οι υποστηρικτές τους, εργαλειοποιώντας πολιτικά την «κλιματική αλλαγή» και, πιο πρόσφατα, την «επιδημία κορωνοϊού», πιέζουν πολύ σκληρά για να καταργήσουν το σύστημα της αγοράς (ή όσα απέμειναν από αυτό) ώστε να επιβάλουν στην ανθρωπότητα ένα οικονομικό σύστημα κρατικών εντολών, ή ακόμα και ένα σοσιαλιστικό καθεστώς. Αν και απολαμβάνουν την υποστήριξη μεγάλου αριθμού ανθρώπων, αυτό δεν σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτος, όπως θέλουν οι μαρξιστές-σοσιαλιστές στοχαστές να κάνουν το κοινό τους να πιστέψει.

Ο Mises κατανόησε ότι η ειρηνική και παραγωγική συνεργασία ανάμεσα στους ανθρώπους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο απαιτεί την ιδιωτική ιδιοκτησία και την απρόσκοπτη κατανομή της εργασίας, ή με πιο λίγες λέξεις: το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, ή αλλιώς καπιταλισμό. Τόνισε επίσης ότι η κοινωνία ζει και ενεργεί μόνο μέσα από τα άτομα, και ότι είναι προς το συμφέρον κάθε ατόμου να υψώσει το ανάστημά του για την υπεράσπιση του συστήματος της ελεύθερης αγοράς. Ο Mises σημείωνε στο βιβλίο του Σοσιαλισμός (1951):

«Η κοινωνία […] δημιουργήθηκε από την ανθρωπότητα. Το εάν η κοινωνία θα συνεχίσει να εξελίσσεται ή αν θα αποσυντεθεί εναποτίθεται (υπό την έννοια ότι ο αιτιώδης προσδιορισμός όλων των γεγονότων μας επιτρέπει να μιλάμε για ελεύθερη βούληση) στα χέρια των ανθρώπων. Το εάν η κοινωνία είναι καλή ή κακή μπορεί να είναι θέμα ατομικής κρίσης. Αλλά όποιος προτιμά τη ζωή από το θάνατο, την ευτυχία από τη βάσανο, την ευημερία από την ανέχεια, πρέπει να αποδεχτεί την κοινωνία. Και όποιος επιθυμεί την ύπαρξη και την ανάπτυξη της κοινωνίας πρέπει επίσης να αποδεχτεί, χωρίς περιορισμό ή επιφύλαξη, την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.»

Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να είναι σαφές ότι το μη υποστηριζόμενο σύστημα χαρτονομισμάτων δεν είναι μόνο αιτία κρίσεων, αλλά και το κομβικό εργαλείο για εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις - δηλαδή τις ολιγαρχικές κομματικές ελίτ και τους υποστηρικτές τους - που θέλουν να ανατρέψουν την υπάρχουσα οικονομική και κοινωνική τάξη και να εγκαθιδρύσουν μια κολεκτιβιστική-σοσιαλιστική δικτατορία. Διότι χωρίς το κράτος να είναι σε θέση να αυξάνει την προσφορά χρήματος κατά βούληση, οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα θα αισθανόταν το πραγματικό κόστος των μεθοδεύσεων του κράτους.

Και όταν οι άνθρωποι καταλάβουν το πραγματικό κόστος του πολιτικά ενορχηστρωμένου οικονομικού μετασχηματισμού στη ζωή τους και στην ευημερία των οικογενειών και των κοινοτήτων τους, σίγουρα θα προκύψει αντίσταση, που έχει τη δυνατότητα να βάλει τέλος σε ένα πολιτικό σύστημα που διαβρώνει όλο και περισσότερο τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες Ο τερματισμός του κρατικού μονοπωλίου παραγωγής χρήματος και η ελεύθερη αγορά χρήματος είναι ίσως η πιο αποτελεσματική γραμμή άμυνας που έχουμε ενάντια στην παγκόσμια τυραννία.

 

 

***

Ο Δρ Thorsten Polleit είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Degussa και επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Bayreuth. Επίσης απασχολείται ως σύμβουλος επενδύσεων.