06 Αυγούστου, 2022

Η ήττα του φιλελευθερισμού και η κρίση πίστεως του συντηρητισμού

To «τέλος της ιστορίας» δεν σηματοδοτεί τη νίκη του laissez-faire καπιταλισμού επί του κομμουνισμού και του φασισμού, αλλά αντιθέτως τη νίκη της σοσιαλδημοκρατίας επί και των τριών 

Άρθρο του Michael Rectenwald, που δημοσιεύτηκε την 1η Ιουλίου 2022 από το Chronicles Magazine. Χρόνος ανάγνωσης 8'. Απόδοση στα ελληνικά, Libertarian Corfu - Νίκος Μαρής. 



Ο Hans-Hermann Hoppe σημείωσε σχετικά με το βιβλίο του Francis Fukuyama του 1992, «Το Τέλος της Ιστορίας Και Ο Τελευταίος Άνθρωπος», ότι «το τέλος της ιστορίας» δεν σηματοδοτεί τη νίκη του laissez-faire καπιταλισμού επί του κομμουνισμού και του φασισμού, αλλά αντιθέτως τη νίκη της σοσιαλδημοκρατίας επί και των τριών. Το Μεγάλο Κράτος και το Μεγάλο Κεφάλαιο είχαν φτάσει σε μια τελική προσέγγιση. Ο ερωτικός τους εναγκαλισμός ονομάζεται τώρα «woke καπιταλισμός».

Η λογική γεωπολιτική προέκταση αυτής της αποκλιμάκωσης ήταν, φυσικά, ο νεοσυντηρητικός νεοφιλελευθερισμός (σ.σ. στις ΗΠΑ): ένα «μετριοπαθές» κράτος πρόνοιας στο εσωτερικό και ένα κράτος πολέμου στο εξωτερικό - και τα δύο αποσκοπούσαν στο να μαζέψουν τυχόν εναπομείναντες ακραίους και να τους σύρουν, αν χρειαστεί, κάτω από το ευρύ μέτωπο της σοσιαλδημοκρατίας. Εφόσον η ιστορία είχε τελειώσει, δεν απέμενε άλλη επιλογή. Έτσι, η 11η Σεπτεμβρίου, οι πόλεμοι που ακολούθησαν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η επίθεση στη Λιβύη και οι πολλαπλές στρατιωτικές περιπέτειες στη Συρία, την Υεμένη και αλλού, δεν κατέστησαν άκυρη τη θέση του Φουκουγιάμα. Αντίθετα, η θέση αυτή παρείχε ένα εννοιολογικό πλαίσιο για την κατανόηση και τη δικαιολόγηση αυτών των γεγονότων.

Ο πόλεμος με τη Ρωσία δικαιολογείται με τους ίδιους όρους. Η παγκοσμιοποιημένη Δύση έχει καταλήξει στην τελική απάντηση, και κάθε έθνος πρέπει να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, είτε με την πειθώ είτε με τη βία. Θα συμπορευτώ ως εδώ, αλλά όχι πιο πέρα, με τον Ρώσο πολιτικό φιλόσοφο, Aleksandr Dugin, στην εκτίμησή του για τη σύγκρουση.

Το κατ' αρχήν μινιμαλιστικό κράτος που απορρέει από τον κλασικό φιλελευθερισμό συνέχισε να αναπτύσσεται, κατά τη φθίνουσα νεοταξίτικη ακμή της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου, στο μαξιμαλιστικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας, όπως φάνηκε πρόσφατα από την πολιτική και τις πολιτικές του κορονοϊού. Αυτό το μαξιμαλιστικό κράτος επέτρεψε την τακτική επιτήρηση των πολιτών, την οικονομία της εργασίας προς την πρόνοια και της βόμβγας προς την εργασία, και - σαν να καταδικάζει τους πολίτες για τα ίδια τα εγκλήματα της ελίτ - την διαπόμπευση του πληβείου Δυτικού, πρώτα για «ισλαμοφοβία» και μετά για «λευκή υπεροχή». Αυτή η διαπόμπευση προσδίδει κύρος στην αποδοχή των μεταναστών που εκτοπίστηκαν από τον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό, από τη μια πλευρά, και στην εκτεταμένη σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση των ιθαγενών πληθυσμών και του Παγκόσμιου Νότου από την άλλη. Η διαπόμπευση καλύπτει πλέον όλη την αμερικανική ιστορία, μια αναδρομή που κατηγορεί τους λευκούς για αμαρτίες του παρελθόντος και παρατεταμένα «προνόμια». Όταν πλαισιώνονται με όρους «προνομίων», τα δικαιώματα ιδιοκτησίας υπόκεινται στην ανάκλησή τους, και η ιδιοκτησία μπορεί δικαιολογημένα να αναδιανεμηθεί σε εκείνους που δεν διαθέτουν τέτοια «προνόμια». Οι εκκλήσεις για την «κατάργηση της λευκότητας» είναι αξιώσεις κατά των κατόχων ιδιοκτησίας και κινητοποιούνται για να δικαιολογήσουν περαιτέρω αναδιανεμητικά σχέδια και την ανεμπόδιστη μετανάστευση.

Φυσικά, τέτοιες νεοφιλελεύθερες-νεοκομμουνιστικές πολιτικές, και πολιτικές πρόνοιας και πολέμου, έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια μεταξύ εκείνων που όχι μόνο δεν επωφελούνται από το κράτος πρόνοιας και πολέμου, αλλά πρέπει επίσης να πληρώνουν γι' αυτό. Αυτές οι δυσαρέσκειες, με λίγα λόγια, εξηγούν το σύντομο διάλειμμα του Τραμπ και της πλατφόρμας «Πρώτα η Αμερική». Η απομάκρυνση του Τραμπ, εν τω μεταξύ, μπορεί να εξηγηθεί υπό το πρίσμα της δυσαρέσκειας του κατεστημένου που κάποιος τόλμησε να θέσει σε αμφισβήτηση την προδιαγεγραμμένη κυριαρχία του. Το ρολόι γύρισε πίσω στην ημέρα πριν από το τέλος της ιστορίας, όταν εξελέγη ο Τραμπ. Η αδυσώπητη προπαγάνδα, η επίσημη παρενόχληση και η εκλογική κακοδιγδαχείριση που ασκήθηκε εναντίον του δικαιολογήθηκαν από την πίστη στο εγγενές δικαίωμα μονοπωλιακής κυριαρχίας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο γι' αυτό -εκτός από το ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει και ότι η αναζωπύρωση τέτοιων λαϊκιστικών προκλήσεων παραμένει μια ευδιάκριτη πιθανότητα.

Αλλά επιστρέφοντας στον Hoppe, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αποτυχία του κλασικού φιλελευθερισμού και η επιτυχία της σοσιαλδημοκρατίας δεν οφείλονται σε μια απλή λανθασμένη αντίληψη των πλεονεκτημάτων του κλασικού φιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα σε μια αντίφαση εντός του ίδιου του κλασικού φιλελευθερισμού. Η αντίφαση δεν ήταν, όπως στον μαρξισμό, μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Ήταν μεταξύ του κεφαλαίου και του κράτους. Οι μονοπωλιακές αξιώσεις του κράτους όσον αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας και τη φορολογία παραβιάζουν την πρώτη προϋπόθεση του κλασικού φιλελευθερισμού: το δικαίωμα των ιδιοκτητών να κατέχουν και να διαθέτουν την ιδιοκτησία τους και να συνάπτουν συμβάσεις όπως αυτοί κρίνουν σκόπιμο. Με την απολογητική του στάση για την αναγκαιότητα του κράτους, ο κλασικός φιλελευθερισμός κρεμάστηκε από το ίδιο του το πέταλο. Σε αντίθεση με αυτή την αντίφαση, σύμφωνα με τον Hoppe, όλες οι σχέσεις ιδιοκτησίας πρέπει να είναι συναινετικές, συμπεριλαμβανομένων ρητών συμβάσεων με ιδιωτικούς φορείς προστασίας της ιδιοκτησίας, αντί για ένα νεφελώδες και άδηλο «κοινωνικό συμβόλαιο» με το κράτος -το οποίο κανείς δεν υπέγραψε ποτέ.

Η κρίση του συντηρητισμού είναι μια κρίση πίστης που πηγάζει από την αποτυχία του κλασικού φιλελευθερισμού. Η κρίση περιλαμβάνει την ολοένα και πιο αδύναμη πίστη στον καπιταλισμό - ότι αυτός παράγει πλούτο και ότι όλες οι απειλές για την ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θέτει η σοσιαλδημοκρατία, απειλούν επίσης τη συνολική κοινωνική ευημερία. Τα λέω αυτά όχι ως ένας «καπιταλιστής απολογητής της ανεργίας», όπως συνηθίζουν να υπονοούν οι αριστεροί επικριτές σχετικά με τέτοιες θεωρίες, αλλά αντίθετα ως αυστηρός αναλυτής. Η κοινωνική πρόνοια απλά διογκώνει αυτά που υποτίθεται ότι στοχεύει να εξαλείψει: τη φτώχεια, τις ασθένειες, τους άστεγους και ούτω καθεξής. Αυτό είναι τόσο λογικά συναγόμενο, όσο και εμπειρικά επαληθεύσιμο. Εν τω μεταξύ, η κοινωνική πρόνοια τροφοδοτεί την κρατική εξουσία και καθιστά δυνατή την πολεμική της δράση εξευμενίζοντας εκείνους που αποδυναμώνει, τόσο τους πληρωτές όσο και τους δικαιούχους της υποτιθέμενης κρατικής γενναιοδωρίας.

Η συντηρητική κρίση πίστης μπορεί να καταγραφεί, εν μέρει, ως παραβίαση της πίστης. Οι νεοφιλελεύθεροι νεοσυντηρητικοί που μπήκαν λαθραία στο συντηρητικό κίνημα είναι οι υπαίτιοι. Αυτοί οι πρώην τροτσκιστές ήρθαν στο συντηρητικό κίνημα όχι για να εκθειάσουν τις αρετές της ελεύθερης αγοράς, αλλά αντιθέτως για να διαδώσουν το ευαγγέλιο της σοσιαλδημοκρατίας, ενώ παράλληλα ωφελούσαν τους εργολάβους των στρατιωτικών εξοπλισμών και τους κρατιστές που είναι υπόχρεοι στους εργολάβους αυτούς. Η ιστορία αυτής της διείσδυσης έχει εξεταστεί αλλού. Αρκεί να πούμε εδώ ότι η επιρροή των διεισδυσάντων πρέπει να εκκαθαριστεί από τον συντηρητισμό, υπέρ της Παλαιάς Δεξιάς.

Αλλά η κρίση έχει επιδεινωθεί, τελευταία, από την οικειότητα του Μεγάλου Κεφαλαίου με το κράτος πρόνοιας και πολέμου, πιο πρόσφατα στο πλαίσιο μιας νέας ρύθμισης που έχει ονομαστεί «καπιταλισμός της αφύπνισης», η σχεδόν ακατανόητη επιμειξία του Μεγάλου Κεφαλαίου και του Μεγάλου Κράτους. Γίνεται σχεδόν αδύνατο να εκθειάσει κανείς τις αρετές του καπιταλισμού όταν οι εταιρείες όπως οι Big Pharma, οι Big Tech, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και οι στρατιές άλλων μεγάλων, υποτίθεται κερδοσκοπικών, επιχειρήσεων όχι μόνο εμπλέκονται άμεσα στην πολιτική σφαίρα με σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, αλλά έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε κρατικούς μηχανισμούς.

Οι κρατικές λειτουργίες του woke καπιταλισμού - λογοκρισία, προπαγάνδα, διαιτησία παραπληροφόρησης κ.λπ. - είναι ιδιαίτερα σαφείς στην περίπτωση των Big Tech. Η αναστολή από το Facebook της πολιτικής του για τη ρητορική μίσους, ώστε να επιτρέπονται οι εκκλήσεις για τη δολοφονία του Πούτιν και των μελών του ρωσικού στρατού, είναι μια περίπτωση διαφοροποιημένης κρατικής λογοκρισίας και προπαγάνδας, όπως και η φημολογούμενη συνεργασία της εταιρείας στη λογοκρισία της «παραπληροφόρησης» για τον κορωνοϊό, η οποία επρόκειτο να επισημανθεί από το προταθέν (και στη συνέχεια «μπλοκαρισμένο» μετά τη δημόσια κατακραυγή) Συμβούλιο Διακυβέρνησης Αποπληροφόρησης της κυβέρνησης Μπάιντεν, που ονομάστηκε και Υπουργείο Αλήθειας.

Κανένας από τους σημαντικότερους συντηρητικούς ομιλητές δεν είναι σε θέση να εκφράσει τι ακριβώς συμβαίνει. Γιατί, δηλαδή, η εταιρική Αμερική έχει γίνει πολιτικά ορθή/«αφυπνισμένη», και γιατί οι εταιρίες χρησιμεύουν ως εξαρτήματα του κράτους; Τι έχουν να κερδίσουν; Οι ομιλούσες κεφαλές των ειδημόνων δεν μας λένε. Απλώς καταφέρονται εναντίον των μελών του καρτέλ της «αφύπνισης».

Σε μια οικονομία που μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πολιτικό καπιταλισμό, η ικανοποίηση των μετόχων αποκτά μικρότερη σημασία από το να προσεταιριστούν την κυβέρνηση. Οι εταιρείες επιδιώκουν να κερδίσουν την εύνοια της κλίκας που βρίσκεται στην εξουσία και έτσι έχουν γίνει όργανα του Δημοκρατικού Κόμματος και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που πλέον διοικεί μονομερώς. Η αφοσίωση των εταιρειών στην πολιτική ορθότητα, στις κρατικές επιταγές και στις κρατικές αφηγήσεις μπορεί να εξηγηθεί με όρους μιας πλήρως πολιτικοποιημένης οικονομίας. Ο καπιταλισμός της «αφύπνισης» είναι αυτό που συμβαίνει όταν η σοσιαλδημοκρατία αναπτύσσεται σε τέτοιες διαστάσεις που καθιστούν σχεδόν αδύνατο να αποκομίσει κανείς κέρδος δίχως πολιτική έγκριση. Εάν το κίνησή του για την εξαγορά του Twitter γίνει πραγματικότητα, ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla Elon Musk θα μάθει πολλά περισσότερα για αυτές τις απαιτήσεις στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον.

Όμως, ο καπιταλισμός της αφύπνισης δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς με όρους εξευμενισμού των Αμερικανών αριστεριστών στις δυο ακτές της χώρας, προσέλκυσης αριστερο-φιλελεύθερων νομοθετών, ή αποφυγής της οργής των ακτιβιστών. Αντίθετα, καθώς η αφύπνιση έχει καταλάβει τις επιχειρήσεις, και το αντίστροφο, έχει γίνει ένα μέσο οριοθέτησης, ένα σιβυλλικό σχήμα για τα μέλη του καρτέλ ώστε να ταυτοποιούνται και να διακρίνονται από τους μη-αφυπνισμένους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι πρόκειται να στερηθούν τις επενδύσεις κεφαλαίου. Ο woke καπιταλισμός έχει μετατραπεί σε παιχνίδι μονοπωλίων - και όχι μόνο στο παιχνίδι της Hasbro με την «αφυπνισμένη» Monopoly.

Ακριβώς όπως τα άτομα που δεν έχουν «αφυπνιστεί» πολιτικά ακυρώνονται από την πολιτική ζωή, έτσι και οι εταιρείες που δεν έχουν «αφυπνιστεί», ακυρώνονται από την αγορά, αφήνοντας τα λάφυρα στους αφυπνισμένους. Οι ακυρώσεις εταιρειών δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα των πολιτικών επιπτώσεων. Θεσμοθετούνται και πραγματοποιούνται μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς. Ο Δείκτης Περιβαλλοντικής, Κοινωνικής και Διακυβέρνησης (ESG), για παράδειγμα, χρησιμεύει ως ένα «κινεζικού τύπου» σύστημα βαθμολόγησης της κοινωνικής πίστωσης για την αξιολόγηση των εταιρειών. Το αν η Κίνα έχει ή όχι στην πραγματικότητα ένα σύστημα βαθμολόγησης της κοινωνικής πίστης είναι εκτός θέματος. Δεδομένων των ολοκληρωτικών της προτιμήσεων, η Κίνα χρησιμεύει ως ένα βολικό αντιπαράδειγμα, με το οποίο η Δύση μπορεί να συγκρίνει ευνοϊκά τον εαυτό της, τουλάχιστον προς το παρόν. Η κοινή έκφραση «τουλάχιστον δεν είμαστε στην Κίνα» ή γινόμαστε κάθε μέρα περισσότερο σαν την Κίνα» αποτελεί προπέτασμα καπνού για να αποσπάσει την προσοχή από το γεγονός ότι ένα σύστημα κοινωνικής πίστωσης εφαρμόζεται εδώ, αρχής γενομένης από τις εταιρείες.

Ο καπιταλισμός της αφύπνισης είναι πλέον ενδημικό φαινόμενο στο διεθνές σύστημα. Πολιτικά ορθοί κεντρικοί σχεδιαστές όπως ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Larry Fink, χρησιμοποιούν τον δείκτη ESG για να ανταμείψουν την ομάδα που ανήκουν και να εκτοπίσουν από την αγορά τους παίκτες που δεν έχουν αφυπνιστεί. Οι woke επενδύσεις απομακρύνουν την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της παραγωγής από τους μη συμμορφούμενους, ενώ χρηματοδοτούν τους συμμορφούμενους με χρήματα που δημιουργούνται από το πουθενά. Ο Δείκτης ESG χρησιμεύει ως εισιτήριο για την είσοδο στο καρτέλ της αφύπνισης. Όταν ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων στον κόσμο, και σύμβουλος της κεντρικής τράπεζας του κράτους των ΗΠΑ, διατείνεται ότι ο woke καπιταλισμός (ή ο «καπιταλισμός των κοινωνικών εταίρων») «είναι καπιταλισμός», το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτα μια κρίση εμπιστοσύνης.

Έτσι, η αιμομικτική σχέση μεταξύ κρατικής και εταιρικής εξουσίας έχει θολώσει τα νερά. Ένας πρόσφατα ενισχυμένος κορπορατισμός με βάση την «ισότητα» καθιστά όλο και πιο δύσκολο να διακρίνουμε τι ακριβώς μπορεί να διασωθεί και τι πρέπει να πεταχτεί. Η πλήρης εφαρμογή της Μεγάλης Επανεκκίνησης, όσο καταστροφική και αν είναι, μπορεί να είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε τη διαφορά.  

Εν τω μεταξύ, ο πόλεμος στην Ουκρανία φέρνει αντιμέτωπους έναν αντιπρόσωπο της αφύπνισης με μια απείθαρχη και αμετάκλητα «αξιοθρήνητη» Ρωσία (σ.σ. αναφορά στην φράση της πολιτικά ορθής Χίλλαρυ Κλίντον για τους «αξιοθρήνητους» πολιτικούς της αντιπάλους). Η Ουκρανία ήταν ένα πεδίο προετοιμασίας για τον αποκεφαλισμό της ρωσικής αρκούδας που δεν έχει αφυπνιστεί αρκετά - για να επιφέρει αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία, η οποία θα αντικατοπτρίζει την αλλαγή στην πατρίδα της. Ο αφυπνισμένος ηγεμόνας βλέπει τον Τραμπ και τον Πούτιν ως ένα δίδυμο κακών, που είναι αποφασισμένοι να ματαιώσουν τον αφυπνισμένο ιμπεριαλισμό. Και ο αφυπνισμένος ηγεμόνας είναι προφανώς πρόθυμος να διακινδυνεύσει έναν πυρηνικό πόλεμο για να επιτύχει την εξόντωση των δύο ανδρών.

Δεν επικαλούμαι τον Hoppe (και κατ' επέκταση τον Murray Rothbard) για να αντιπροτείνω τον αναρχοκαπιταλισμό στην ολοένα και πιο κρατικιστική εποχή μας. Κάτι τέτοιο θα ήταν ουτοπικό. Αντίθετα, προτείνω τις ιδέες τους ως μια ευρετική προσέγγιση, για την αμφισβήτηση του συντηρητικού κατεστημένου. Ο αναρχοκαπιταλισμός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ασύμπτωτο σημείο που πρέπει να εντοπίσουμε και να προσεγγίσουμε, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, για πολλούς λόγους, δεν θα επιτευχθεί ποτέ. Αυτό το σημείο απαιτεί πίστη όχι στον κλασικό φιλελευθερισμό καθαυτό, ο οποίος απέτυχε για κάποιο λόγο, αλλά πίστη στην ατομική ιδιοκτησία και την υπεράσπισή της ως το μοναδικό μέσο για την επίτευξη της μέγιστης κοινωνικής ευημερίας.

Η αντιπολίτευση στη βάση αρχών σημαίνει ότι πρέπει να εργαστούμε για τη διάλυση του κράτους «πρόνοιας και πολέμου» με την πεποίθηση ότι η κατεδάφισή του θα οδηγήσει σε τεράστιες βελτιώσεις στη συνολική κοινωνική ευημερία, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε όλο τον κόσμο. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες της επιτυχίας του. Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο τέλος της ιστορίας και δεν έχουμε άλλη επιλογή. Άλλωστε, η αφύπνιση-wokeness μπορεί να είναι ο προάγγελος ενός αιώνιου ύπνου.

Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό μέτωπο, το συντηρητικό κατεστημένο πρέπει να προωθήσει την αποκέντρωση με προσπάθειες να χαλαρώσει τον εναγκαλισμό του ομοσπονδιακού συστήματος με τις Πολιτείες. «Αποσχισθείτε και αποκεντρωθείτε», θα πρέπει να γίνει το σύνθημα του συντηρητισμού - αν και, ξανά, η προσέγγιση είναι ασύμπτωτη. Εν ολίγοις, το συντηρητικό κίνημα πρέπει να γίνει πιο λιμπερταριανό, παίρνοντας στοιχεία από τον Hoppe και τον Rothbard, καθώς και από νεοσύστατες πολιτικές οργανώσεις όπως η Mises Caucus, η ανερχόμενη πτέρυγα του Ron Paul στο Λιμπερταριανό Κόμμα των ΗΠΑ. Ο αναρχοκαπιταλισμός ενδέχεται να είναι ένας ανέφικτος στόχος, αλλά πρέπει να παραμείνει ο στόχος, παρ' όλα αυτά.



[ Δείτε επίσης το άρθρο: Θα είναι ο αναρχοκαπιταλιστής Javier Milei ο επόμενος Πρόεδρος της Αργεντινής;
 ]



***