21 Ιουλίου, 2021

300 χρόνια οργανωμένης κοινωνίας, χωρίς κράτος. Το παράδειγμα της μεσαιωνικής Ισλανδίας

 Η μεσαιωνική Ισλανδία απεικονίζει ένα υπαρκτό και καλά τεκμηριωμένο ιστορικό παράδειγμα, για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια ακρατική έννομη τάξη, και μας παρέχει πληροφορίες για το πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κοινωνία σήμερα

Άρθρο του Thomas Winston, που δημοσιεύτηκε στις 25/12/2020 από το Mises Institute. Χρόνος ανάγνωσης 6'.


Όσοι ισχυρίζονται ότι η κοινωνική τάξη εκπηγάζει από το κράτος, λένε ότι χωρίς αυτό θα επικρατούσε η βία, το χάος και ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αναφέρουν τους εμφύλιους πολέμους στην Αφρική, τους πολέμους των ναρκωτικών στη Νότια Αμερική, ή ακόμα και τον Τζένγκις Χαν στη Μογγολία. Ισχυρίζονται ότι αυτά τα φαινόμενα, τα οποία είναι στην πραγματικότητα παραδείγματα ανταγωνιστικών κρατών, θα ήταν τα αποτελέσματα μιας κοινωνικής ζωής δίχως κράτος. 
Μια άλλη κοινή αντίρρηση στα ακρατικά συστήματα επιβολής του νόμου είναι να μας ζητούν «ένα μόνο παράδειγμα για το πού λειτούργησαν».  

Η Μεσαιωνική Ισλανδία απεικονίζει ένα πραγματικό και καλά τεκμηριωμένο ιστορικό παράδειγμα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια ακρατική έννομη τάξη, και μας παρέχει πληροφορίες για το πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κοινωνία σήμερα.
Λόγω της γεωγραφικής θέσης της Ισλανδίας, δεν υπήρχε η απειλή ξένης εισβολής, οπότε απουσίαζε η ανάγκη για μια εθνική στρατιωτική δύναμη. Οι Ισλανδοί άποικοι είχαν παρόμοιες ιδεολογικές και φιλοσοφικές ιδέες ως προς το κράτος και το νόμο με εκείνες που είχαν οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένης της δυσπιστίας για μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.  
Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι Βίκινγκς μετακόμισαν από τη Νορβηγία στην Ισλανδία, ήταν για να αποφύγουν τη φεουδαρχική σχέση του βασιλιά με τους ηγεμόνες και τους δουλοπάροικούς τους, και έτσι οι Ισλανδοί άποικοι ανέπτυξαν ένα αποκεντρωμένο σύστημα διακυβέρνησης. 
Η Ισλανδία δεν είχε έναν κρατικό εκτελεστικό βραχίονα. Αντί για βασιλιά είχαν τοπικούς αρχηγούς. Ένας μόνιμος αξιωματούχος στο σύστημά τους ήταν ο «logsogumadr», ή εκφραστής του νόμου. Τα καθήκοντά του περιελάμβαναν την απομνημόνευση των νόμων, την παροχή συμβουλών για νομοθετικά ζητήματα, και την άπαξ απαγγελία όλων των νομοθετικών πράξεων, για όσο ήταν στην εξουσία.
Αντί ενός κρατικού δικαστικού κλάδου υπήρχαν ιδιωτικά δικαστήρια, που ήταν η ευθύνη του godar. Για την επίλυση των διαφορών, τα μέλη αυτού του δικαστικού συστήματος επιλέγονταν μετά την τέλεση του εγκλήματος. Ο εναγόμενος και ο ενάγων είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν τους μισούς επιδιαιτητές. Υπήρχε ένα άλλο επίπεδο δικαστηρίων που ονομάζονταν Varthing. Αυτό ήταν ένα δικαστήριο του «Thing» στο οποίο οι δικαστές επιλέγονταν από τον godar του Thing. Ο David Friedman διαπίστωσε ότι αυτά τα δικαστήρια χρησιμοποιούνταν σπάνια, και δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα γι 'αυτά. 1   Εκείνη την εποχή υπήρχε η Εθνοσυνέλευση ή «Althing». Κάθε συνοικία εκπροσωπείτο από τη δική τους Althing. Εάν μια διαφορά δεν επιλυόταν από τα ιδιωτικά δικαστήρια, η διαφορά θα ανέβαινε την κλίμακα στο επόμενο ανώτατο δικαστήριο, έως ότου να επιλυθεί.
Δεν υπήρχε δημόσια ιδιοκτησία κατά την εποχή των Βίκινγκς στην Ισλανδία, όλα τα ακίνητα ήταν ιδιωτικά. 
Οι έποικοι της Ισλανδίας διαίρεσαν τη χώρα σε 4 επαρχίες. Κάθε επαρχία είχε 9 godord και τα godord διαιρούνταν σε τρία thing. Τα godord χωρίζονταν σε ομάδες των τριών και κάθε thing είχε τρεις godord. 
Η λέξη «godord» έχει δύο ορισμούς. Το Godord αντιπροσώπευε μια ομάδα ανδρών. Αυτοί οι άντρες δήλωναν την αφοσίωση ή την συμμαχία τους με έναν συγκεκριμένο godi. Ο godi είναι ο αρχηγός ή o επικεφαλής που οικοδομούσε έναν τόπο λατρείας για τους παγανιστές ακολούθους του. Το godord ήταν επίσης μια συλλογή δικαιωμάτων, το δικαίωμα να εκπροσωπεί κανείς το νομοθετικό σώμα της Ισλανδίας. 
Ο Ντέιβιντ Φρίντμαν αναφέρει, «… οι έδρες στο νομοθετικό σώμα ήταν κυριολεκτικά προς πώληση». Αυτοί οι άνδρες που ήταν νομοθέτες δεν είχαν εξουσία μόνο και μόνο επειδή κατείχαν τον τίτλο godord. Ήταν ανίσχυροι «εκτός αν μπορούσαν να πείσουν μερικούς ελεύθερους αγρότες να γίνουν ακόλουθοί τους.» 2  Αυτός ο μηχανισμός έθετε υπό έλεγχο την τυραννία και την αδικία. 

Ο Jesse Byock αναφέρει στο βιβλίο του ότι «η ηγεσία εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε η εξουσία ενός αρχηγού και οι πόροι που είχε στη διάθεσή του δεν προέρχονταν από ένα υπο εκμετάλλευση βασίλειο»Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ελεύθεροι αγρότες θα μπορούσαν να αλλάξουν την αφοσίωσή τους μεταξύ των godi, χωρίς να μετακινηθούν σε μια νέα γεωγραφική τοποθεσία. «Ο νομικός δεσμός godi-thingman δημιουργείτο από μια εθελοντική δημόσια σύμβαση.» 3  Η ικανότητα εναλλαγής νομικών συστημάτων χωρίς γεωγραφική μετακίνηση, είναι το κλειδί για ένα αποκεντρωμένο σύστημα. Δημιουργεί την επιλογή της απόσχισης μέχρι το επίπεδο του ατόμου, καθιστώντας όλες τις δομές διακυβέρνησης που σχηματίζονται πραγματικά εθελοντικές.
Αυτή η ασταθής σχέση μεταξύ των godi και των thingmen στην Ισλανδία βοήθησε ώστε να κρατηθεί ο θεσμός τoυ κράτους μακριά από τη ζωή των πολιτών της αρκετά αποτελεσματικά. Η απόδοση του δικαίου και η επιδιαιτησία γίνονταν με δίκαιο τρόπο. 
Πώς λογοδοτούσαν οι άνθρωποι εάν διέπρατταν ένα έγκλημα; Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί σήμερα το σύστημα των αστικών δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι εγκληματίες αναγκάζονταν να πληρώσουν πρόστιμα. Αυτά τα πρόστιμα δεν πήγαιναν στο κράτος, αλλά αποτελούσαν αποζημίωση του θύματος. Εάν ο εγκληματίας δεν μπορούσε να πληρώσει το πρόστιμο που του είχε επιβλήθεί, τότε θα μπορούσε να απευθυνθεί στο godord του ή σε μια ομάδα οικογένειας και φίλων, ή σε κάποια άλλη συμμαχία, και να πληρώσουν εκείνοι το πρόστιμο για λογαριασμό του, ή εάν κανείς δεν ήθελε να τον εκπροσωπήσει, θα μπορούσε να καταβάλλει το πρόστιμο μέσω της δικής του δουλείας. Οι φτωχοί δεν βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Μπορούσαν να πουλήσουν το δικαίωμά τους για δικαιοσύνη σε κάποιον, όπως έναν αρχηγό ή κάποιον σεβαστό ομότιμό τους, που θα μπορούσε να εισπράξει, ή να αποκαταστήσει στο θύμα. Από αυτή την άποψη, το δικαίωμα μεταφοράς της υποχρέωσης αποζημίωσης λειτουργούσε ως ισοσταθμιστής για τους φτωχούς. Σε περιπτώσεις όπου το θύμα δεν απαιτούσε αποζημίωση, οι ένοχοι δεν είχαν καμία υποχρέωση. 
Εάν ένας εγκληματίας δεν πλήρωνε το πρόστιμό του, ή δεν επέλεγε την δουλεία ως έσχατο μέσο, είτε ανακηρυσσόταν παράνομος είτε πιθανόν να έχανε την υποστήριξη των ομοτίμων του, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, απαξιώνοντας τελικά τον εαυτό του. 4
Ακόμα και σε περιόδους πολέμου, ήταν αποδεκτό ότι για κάθε άνθρωπο που σκοτωνόταν έπρεπε να καταβληθεί αποζημίωση. 5  Αυτό κράτησε τις διαμάχες μακριά, δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικοί  πόλεμοι, και η όποια βία υπήρξε, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οικογενειακή διένεξη ή διαμάχη. Οι μάχες ήταν σύντομες και κρατούσαν το πολύ δύο μέρες 6   Και τα δύο μέρη είχαν πάντα το κίνητρο να συμβιβαστούν και να αποκαταστήσουν τα θύματά τους, γιατί η συνεχιζόμενη βία είναι δαπανηρή σε αυτού του είδους το θεσμικό πλαίσιο. 
Η Ισλανδία κατέρρευσε το έτος 1262, 290 χρόνια μετά την ίδρυσή της. Ο Ρόντερικ Λονγκ επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκαν μόλις 85 χρόνια για να κάνουν τον πρώτο τους εμφύλιο πόλεμο. Το γεγονός ότι η ακρατική Ισλανδία άντεξε τόσο, είναι εντυπωσιακό. 
Η κατάρρευση δεν σημειώθηκε παρά μόνο αφού είχαν περάσει σχεδόν τρεις αιώνες σχετικά ήρεμης ζωής. Ο Ρόντερικ Λονγκ αναφέρει, «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν επισημαίνουμε ως αποτυχία ένα πολιτικό πείραμα που ευδοκίμησε για περισσότερο χρόνο από όσο υφίστανται οι Ηνωμένες Πολιτείες.»
Όταν κοιτάζει κανείς την ιστορία της Ισλανδίας πραγματικά αντικειμενικά, μπορεί να δει ποιες ήταν οι πραγματικές αιτίες της κατάρρευσής της. Η έλλειψη ανταγωνισμού και τα μονοπωλιακά χαρακτηριστικά που τελικά προέκυψαν, όταν πέντε οικογένειες εγκλώβισαν την ελεύθερη αγορά της διακυβέρνησης ήταν ο ένας λόγος. Αυτές οι πέντε οικογένειες αγόρασαν την πλειοψηφία των αρχηγειών. Έλεγξαν σε μεγάλο βαθμό το δικαστικό και το νομοθετικό σύστημα. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχαν πια πολλοί αρχηγοί για να διαλέξει κανείς. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε λιγότερο ελεύθερο ανταγωνισμό, δημιουργώντας ευκαιρίες για την αύξηση της εκμετάλλευσης σε βάρος των ελεύθερων αγροτών, οδηγώντας τελικά σε μια εξέγερση ενάντια στις 5 εκείνες οικογένειες.
Ο Roderick Long υποδεικνύει επίσης το γεγονός ότι η εισαγωγή της δεκάτης το 1096 μπορεί να συνέβαλε  στην κατάρρευση της Ισλανδίας. Η δεκάτη ήταν ένας φόρος που καταβαλλόταν για τη συντήρηση της Καθολικής Εκκλησίας και για τους αξιωματούχους της εκκλησίας. Η μόνη προϋπόθεση ήταν ότι τα χρήματα που διατίθεντο για τη συντήρηση της εκκλησίας πήγαιναν στον ιδιώτη ιδιοκτήτη της γης (συνήθως ένας αρχηγός). Δεν αποτελεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι οι αρχηγοί απαλλάσσονται από την καταβολή αυτού του φόρου ιδιοκτησίας. Οι αρχηγοί προσπορίζονταν τα κέρδη των ελεύθερων αγροτών, και οι ελεύθεροι αγρότες δεν είχαν κανέναν τρόπο να κρατήσουν τους αρχηγούς υπό έλεγχο.
Ποιες είναι οι επιδράσεις της πολιτικής την Εποχή των Βίκινγκς της Ισλανδίας, και πώς τις εφαρμόζουμε στον σύγχρονο κόσμο; Σίγουρα, μετά από τόση ανάπτυξη τα τελευταία 700 χρόνια, θα μπορούσαν να υπάρξουν δυσκολίες στο να εφαρμοστεί η απλότητα του πολιτικού συστήματος της Ισλανδίας, αλλά χάρη στις μεγάλες εξελίξεις στην τεχνολογία υπάρχει επίσης μεγαλύτερη δυνατότητα συντονισμού σε ένα πιο αποκεντρωμένο σύστημα ελεύθερης αγοράς. 
Η ιστορία της Εποχής των Βίκινγκ στην Ισλανδία έχει μαθήματα να μας διδάξει. Το ένα είναι η σημασία μιας αποκεντρωμένης εξουσίας επιβολής του νόμου. Το αποκεντρωμένο νομικό σύστημα της Ισλανδίας κατάφερε να διατηρήσει τους ηγέτες του υπό έναν αυστηρό έλεγχο για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της. Οι αρχηγοί είχαν εξουσία μόνο εάν μπορούσαν να πείσουν τους ανθρώπους να τους ακολουθήσουν, χωρίς τη χρήση καταναγκασμού. Αυτό ελαχιστοποίησε το πρόβλημα του κύριου εκπροσώπου. Ποιος θέλει να ακολουθήσει εθελοντικά έναν ανίκανο ή κακό ηγέτη; Ακόμη κι αν ένας κακός ηγέτης έπειθε μερικούς ελεύθερους αγρότες να τον ακολουθήσουν, μακροπρόθεσμα θα έχανε την αξιοπιστία του.
Ένα άλλο σημαντικό μάθημα είναι ότι τα ποινικά αδικήματα μπορούν να μετατραπούν σε αστικά αδικήματα, και να μεταφέρεται η υποχρέωση αποζημίωσης του θύματος. Το θύμα θα έπρεπε να έχει ένα μεταβιβάσιμο ιδιοκτησιακό δικαίωμα αποζημίωσης. Κάτι τέτοιο βοηθά τους φτωχούς να προστατεύουν τα φυσικά τους δικαιώματα. Βοηθά επίσης να καταπολεμηθεί η πτυχή του «κοινού καλού» της επιβολής του νόμου, δίνοντας στο θύμα μεγαλύτερο προσωπικό κίνητρο για να προσαγάγει τον εγκληματία στη δικαιοσύνη. 
Ένα άλλο σημαντικό μάθημα είναι ότι σε μια ελεύθερη αγορά, οι ιδιωτικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου μπορούν να προστατεύσουν τους πολίτες. Αυτό θα επιτρέψει στους ιδιώτες να αξιοποιήσουν τον οικονομικό υπολογισμό. Οι δημόσιες αστυνομικές δυνάμεις δεν διαθέτουν αυτόν τον μπούσουλα. Ο Rothbard αναφέρει ότι «η κατανομή των πόρων της επομένως υπόκειται τελείως στα πολιτικά παιχνίδια, τις σπατάλες, και τη γραφειοκρατική αναποτελεσματικότητα, χωρίς καμία ένδειξη για το εαν η αστυνομική υπηρεσία εξυπηρετεί τους καταναλωτές με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες τους, ή εάν το κάνει αποδοτικά.» 7  
Στο δημόσιο τομέα δεν υπάρχει οικονομικός δείκτης επιτυχίας, αλλά στον ιδιωτικό τομέα οι εταιρείες έχουν λογιστικά κέρδη και ζημίες. 
Η δημόσια επιβολή του νόμου, προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποια απόλυτη προστασία 8 . Η αστυνομική προστασία δεν είναι ένα άπειρο αγαθό, που δεν μπορεί να καταναλωθεί χωρίς ανώτατο όριο. Το κρατικό αστυνομικό σύστημα έχει έναν περιορισμένο προϋπολογισμό που προέρχεται από περιορισμένους πόρους φορολογουμένων. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι ιδιωτικές αστυνομικές υπηρεσίες θα ήταν πιο αποτελεσματικές είναι το γεγονός ότι οι ιδιωτικές εταιρείες θέλουν να μεγιστοποιούν το κέρδος τους. Πώς μπορεί μια εταιρεία να μεγιστοποιήσει το κέρδος της , χωρίς να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των καταναλωτών; Μια κρατική αστυνομική υπηρεσία εισπράττει τα χρήματά της καταναγκαστικά, έτσι δεν χρειάζεται να ικανοποιεί τις επιθυμίες των πολιτών με τον ίδιο τρόπο. Κάθε ιδιωτική εταιρεία που δεν θέτει το κέρδος ως κορυφαία προτεραιότητα, μακροπρόθεσμα θα απομακρυνθεί από την ίδια την αγορά. 
Η Ισλανδία της εποχής των Viking έχει πολλές γνώσεις να μας προσφέρει σχετικά με την ιδιωτικοποίηση του δικαίου, των δικαστηρίων και των υπηρεσιών επιβολής του νόμου. Το Ισλανδικό Ελεύθερο Κράτος διήρκεσε κατά 106 χρόνια περισσότερο από όσο υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ισλανδία δεν βίωσε κανέναν εμφύλιο πόλεμο τα πρώτα 300 χρόνια της ύπαρξής της. Χρειάστηκαν μόνο 80 χρόνια για τις Ηνωμένες Πολιτείες να πραγματοποιήσουν τον πρώτο τους εμφύλιο πόλεμο, και μετά τον πόλεμο, αναμφισβήτητα δεν ήταν πλέον το ίδιο σύστημα διακυβέρνησης όπως ήταν πριν.
Η δημόσια παροχή δικαίου, δικαστηρίων και αστυνομικής προστασίας, αντιμετωπίζει όλα τα γνωστά προβλήματα κινήτρων και οικονομικού υπολογισμού που μαστίζουν κάθε δημόσιο κλάδο της οικονομίας. Εάν αυτές οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται σε μια αγορά, θα είναι σε θέση να παρέχονται πιο αποτελεσματικά. 
Η Μεσαιωνική Ισλανδία μας παρέχει την απόδειξη ότι μπορούν να παρέχονται ιδιωτικά, χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματα κανενός -και το αποτέλεσμα δεν ήταν κάποιο χάος. Δεν υπήρξε καμία συνεχής διαμάχη. Η υποτιθέμενη «Χομπσιανή Ζούγκλα» δεν δημιούργησε καμιά «φυσική κατάσταση, που ήταν ένας πόλεμος όλων ενάντια σε όλους, κι όπου η ζωή ήταν άσχημη, σκληρή και σύντομη». Σε σύγκριση με πολλά κράτη του εικοστού αιώνα, η μεσαιωνική Ισλανδία θα μπορούσε να είναι ένα πολύ πιο ασφαλές μέρος για να ζήσει κανείς.
Σε μια ακρατική, αναρχοφιλελεύθερη κοινωνία, οι άνθρωποι επιλέγονται ανάλογα με την ικανότητά τους. Το κοινωνικό στάτους, τα χρήματα, η εξουσία και η απληστία, όλα όσα υποστηρίζουν οι συνήγοροι των ισχυρών, συγκεντρωτικών κρατών, δεν αποτελούν προϋποθέσεις για να γίνει κάποιος ηγέτης. Δεν επιλέγονται οι χειρότεροι για να φτάσουν στην κορυφή. Οι άνθρωποι που επιλέγονται σε μια ακρατική κοινωνία επιλέγονται επειδή είναι επιχειρηματίες, και οι επιχειρηματίες που ικανοποιούν καλύτερα τις απαιτήσεις των καταναλωτών θα είναι εκείνοι των οποίων οι εταιρείες θα αναπτύσσονται. Σε μια κοινωνία χωρίς κράτος, ο μόνος «βασιλιάς» είναι ο καταναλωτής.