14 Φεβρουαρίου, 2022

Χωρίς το Κράτος οι εταιρείες-κολοσσοί δεν θα μπορούσαν να μας βλάψουν στο παραμικρό

Ο φόβος ότι οι μεγάλες εταιρείες θα μπορούσαν να διαφεντεύουν τη ζωή μας, πηγάζει από την σύγχυση της πολιτικής εξουσίας με την οικονομική ισχύ

Άρθρο του Zachary Yost, που δημοσιεύτηκε στις 27/11/2017 από το Mises Institute. Χρόνος ανάγνωσης 4'. Απόδοση στα ελληνικά, Νίκος Μαρής.

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο The American Conservative με τίτλο «Americans, We Aren't So Tough, and It Shows» («Δεν είμαστε τόσο δυνατοί, κι αυτό φαίνεται») ανέλυσα τον τρόπο με τον οποίο ένα σύνολο παραγόντων, όπως η παρακμή των ενδιάμεσων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών (σ.σ. οικογένεια, εκκλησίες, σύλλογοι, δημόσιοι χώροι, κ.λπ) και η οικονομική ανασφάλεια, οδηγεί σε πληθυσμούς που είναι ευάλωτοι και ανήσυχοι. Αυτή η ευπάθεια, υποστήριξα, οδηγεί με τη σειρά της σε πολιτικές φράξιες που επιδιώκουν να ελέγξουν την εξουσία του κράτους προκειμένου να αποτρέψουν τη χρήση της τεράστιας εξουσίας του εναντίον τους, με τελικό αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εμφύλιες διαμάχες για τον έλεγχο των θεσμών της πολιτικής εξουσίας. Για να προσπαθήσουμε να μετριάσουμε αυτήν τη σύγκρουση, υποστήριξα ότι η εξουσία πρέπει να διαμοιράζεται σε όλη την κοινωνία, αντί να συγκεντρώνεται στο κράτος, εν μέρει μέσω της αναζωογόνησης των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών.

 

 
Ενώ πολλοί διαδικτυακοί σχολιαστές συμφώνησαν για τις επιζήμιες συνέπειες της παρακμής της κοινωνίας των πολιτών, εμφανίστηκε ένα κάπως απροσδόκητο ρεύμα κριτικής, με το επιχείρημα ότι η μείωση της εξουσίας του κράτους θα αφήσει τα άτομα ακόμη πιο ευάλωτα, και περισσότερο στο έλεος των ισχυρών μεγάλων εταιρειών, από ό,τι πριν. Δεδομένου του μεγάλου ρόλου που παίζει η οικονομική ανασφάλεια στο άγχος το οποίο οδηγεί πολλούς ανθρώπους να αναζητούν προστασία στους πολιτικούς θεσμούς, είναι λογικό ότι η ισχύς των μεγάλων εταιρειών θα ήταν ανησυχητική. Ωστόσο, αυτός ο φόβος βασίζεται σε μια εσφαλμένη ταύτιση της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ισχύος, που παρερμηνεύει τον τρόπο με τον οποίο το κράτος στρεβλώνει τη διασπορά της ισχύος στην αγορά. 


Στα θεμέλιά της, η κρατική εξουσία βασίζεται στην εξουσία του καταναγκασμού, την δυνατότητα δηλαδή να υποχρεώνει τους ανθρώπους να εκτελούν εντολές μέσω σωματικού καταναγκασμού, ή με την απειλή σωματικού καταναγκασμού. Όπως το έθεσε ο Μίζες «το βασικό χαρακτηριστικό του κράτους είναι η επιβολή των διαταγμάτων του μέσω ξυλοδαρμών, δολοφονιών και φυλάκισης». Σε πλήρη αντίθεση, στην οικονομία της αγοράς οι επιχειρήσεις, είτε μεγάλες είτε μικρές, δεν αντλούν τη δύναμή τους από την δυνατότητα να ξυλοκοπούν, να σκοτώνουν, ή να φυλακίζουν πελάτες ή υπαλλήλους. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις αποκτούν τους πόρους που συνθέτουν την ισχύ τους στην αγορά, με το ικανοποιούν τις απαιτήσεις των πελατών οι οποίοι συμμετέχουν σε αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές. Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις έχουν μόνο τη δύναμη που τους παραχωρείται οικειοθελώς από τους πελάτες τους. 


Βλέποντας το πώς, στη ρίζα της, όλη η ισχύς της αγοράς πηγάζει από τις επιλογές των καταναλωτών, ο Mises την αποκάλεσε «κυριαρχία των καταναλωτών» [1] και υποστήριξε ότι: 


«Η κατεύθυνση όλων των οικονομικών υποθέσεων στην κοινωνία της αγοράς είναι καθήκον των επιχειρηματιών. Δικό τους είναι ο έλεγχος της παραγωγής. Αυτοί είναι στο τιμόνι και κατευθύνουν το πλοίο. Ένας επιφανειακός παρατηρητής θα πίστευε ότι είναι οι υπέρτατοι καπετάνιοι. Αλλά δεν είναι. Είναι υποχρεωμένοι να υπακούν άνευ όρων στις εντολές του (σ.σ. αληθινού) καπετάνιου. Ο καπετάνιος είναι ο καταναλωτής. Ούτε οι επιχειρηματίες, ούτε οι αγρότες, ούτε οι καπιταλιστές καθορίζουν τι πρέπει να παραχθεί. Οι καταναλωτές το κάνουν αυτό. Εάν ένας επιχειρηματίας δεν υπακούει αυστηρά στις εντολές του κοινού, όπως αυτές του μεταφέρονται από το σύστημα των τιμών της αγοράς, υφίσταται ζημίες, χρεοκοπεί, και έτσι απομακρύνεται από την εξέχουσα θέση του στο τιμόνι. Τον αντικαθιστούν άλλοι άνδρες που τα κατάφεραν καλύτερα στην ικανοποίηση της ζήτησης των καταναλωτών.» 


Σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική και σωματική εξουσία που ασκεί το κράτος, η ισχύς στην αγορά που ασκούν οι επιχειρήσεις μοιάζει, συγκριτικά, σχεδόν εφήμερη. 


Το τέλειο παράδειγμα της δύναμης των καταναλωτών και του γιατί οι επιχειρήσεις, ακόμη και οι γιγαντιαίες πολυεθνικές, πρέπει να φοβούνται τις ιδιοτροπίες τους, αποτελεί η μοίρα της εταιρείας κατασκευής τηλεφώνων Nokia. Το 2007 η Nokia έλεγχε σχεδόν το 50 τοις εκατό της παγκόσμιας αγοράς κινητών τηλεφώνων, φαντάζοντας σαν κολοσσός για τον κόσμο. Κάποιοι μάλιστα υπέθεταν ότι η Nokia μπορούσε να αποκτήσει μονοπωλιακή θέση. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια, σαν άπιστοι εραστές, οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο απέρριψαν τη Nokia και αντ' αυτής στράφηκαν σε οποιονδήποτε άλλο κατασκευαστή τηλεφώνων, όπως η Apple, η Samsung, και η Motorola. Μέχρι το 2013 το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς της Nokia είχε πέσει στο 3,1 τοις εκατό. Πράγματι, αυτή είναι η «εξουσία» όσων έπεσαν μαχόμενοι για την αποδοχή των πελατών! 


Πρέπει να αναγνωριστεί ότι, δεδομένου ότι ζούμε σε μια μικτή οικονομία, οι επιχειρήσεις, ιδίως οι πολύ μεγάλες, είναι μερικές φορές σε θέση να παρακάμπτουν την κυριαρχία των καταναλωτών και να γλιτώνουν χωρίς σοβαρές συνέπειες από την κατώτερη εξυπηρέτηση που τυχόν παρέχουν, με το να περιορίζουν τον ανταγωνισμό και τις επιλογές των καταναλωτών. Μια τέτοια κατάσταση πράγματι χρησιμεύει για να υπονομεύσει την εξουσία των καταναλωτών, αλλά αντί να υπερασπίζεται τον καταναλωτή από μια τέτοια αρπαγή εξουσίας, το κράτος είναι στην πραγματικότητα η οντότητα που την καθιστά εφικτή. 


Οι περιορισμοί και τα εμπόδια στον ανταγωνισμό έχουν πολλές μορφές. Ένα τέτοιο εμπόδιο είναι οι τεράστιοι ρυθμιστικοί φραγμοί που έχει δημιουργήσει το κράτος γύρω από πολυάριθμους κλάδους, που αυξάνουν σημαντικά το κόστος έναρξης και διαχείρισης μιας επιχείρησης. Παρομοίως, υπάρχουν περιπτώσεις δεσμευτικών ρυθμιστικών αρχών για τις οποίες οι υπάρχουσες επιχειρήσεις συνεννοούνται με το κράτος, προκειμένου να γραφτούν κανόνες και κανονισμοί που ωφελούν το status quo ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν και βλάπτουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Εκείνοι οι επιχειρηματίες που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τις τεράστιες στρατιές δικηγόρων, των ειδικών στη συμμόρφωση με τις ρυθμίσεις, και των φοροτεχνικών, βρίσκονται σε φανερά μειονεκτική θέση, η οποία δεν σχετίζεται με την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Στο πιο ακραίο σημείο υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες το κράτος χορηγεί μονοπωλιακά προνόμια σε ορισμένες εταιρείες και εξαλείφει εντελώς την απειλή του ανταγωνισμού. 


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εταιρείες, ειδικά οι μεγάλες πολυεθνικές, του είδους που κάνει τόσο συχνά τον κόσμο να ανησυχεί, μπορούν να συγκεντρώσουν μεγάλο όγκο ισχύος στην αγορά. Ωστόσο, όλες οι εταιρείες, όσο μεγάλες κι αν είναι, τελικά καθίστανται υπόλογοι από τους καταναλωτές, εκτός αν εκείνοι υπονομευτούν από την κρατική εξουσία. Μακράν του να θωρακίζει τα άτομα από την ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων, το κράτος τις καθιστά τελικά μη υπόλογους σε κανέναν, παρά μόνο σε αυτούς που κατέχουν την πολιτική εξουσία. 


Η διασπορά της εξουσίας μακριά από το συγκεντρωτικό κράτος δεν αφήνει τα άτομα στο έλεος κάποιων άψυχων εταιρικών ρομπότ. Η χαμηλότερη κρατική παρέμβαση στην αγορά υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται περισσότερο στις απαιτήσεις των πελατών, πράγμα που σημαίνει ότι τα άτομα έχουν μεγαλύτερη εξουσία, και όχι το αντίστροφο.


-------------------------------------------------------------


[1]Δείτε σχετικά το μεταφρασμένο στα ελληνικά άρθρο: Πώς συνεργάζονται η κυριαρχία των καταναλωτών και η επιχειρηματικότητα


*** 

 

 Ο Zachary Yost είναι ανεξάρτητος αρθρογράφος και απόφοιτος του Mises University. Μπορείτε να εγγραφείτε στο newsletter του εδώ .