Η διαρκής επιμονή να κυκλοφορήσει το «εμβόλιο» σε ολόκληρο τον πληθυσμό - όταν τα δεδομένα αποκάλυπταν ότι όσοι δεν είχαν υποκείμενα νοσήματα διέτρεχαν ελάχιστο κίνδυνο σοβαρής ασθένειας ή θανάτου από τον κορωνοϊό - ήταν ανήθικη και αντιεπιστημονική. Το επιχείρημα περί μειωμένης μετάδοσης από τους μη ευάλωτους στους ευάλωτους ως αποτέλεσμα του μαζικού «εμβολιασμού», θα μπορούσε να ευσταθεί μόνο εάν είχε τεκμηριωθεί η μακροπρόθεσμη ασφάλεια του «εμβολίου», κάτι που δεν έγινε
Ο Scott Adams είναι ο δημιουργός του διάσημου κόμικ strip, Dilbert. Είναι μια σειρά της οποίας η λάμψη πηγάζει από τη στενή παρατήρηση και κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πριν από λίγο καιρό, ο Scott έστρεψε αυτές τις δεξιότητες στο να σχολιάζει διορατικά και με αξιοσημείωτη διανοητική ταπεινότητα για την πολιτική και τον πολιτισμό της χώρας μας.
Όπως πολλοί άλλοι σχολιαστές, και με βάση τη δική του ανάλυση των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, επέλεξε να κάνει το «εμβόλιο κατά του Covid».
Πρόσφατα όμως δημοσίευσε ένα βίντεο για το θέμα, που κάνει τον γύρο των social media. Ήταν ένα mea culpa στο οποίο δήλωσε: «Οι μη εμβολιασμένοι ήταν οι νικητές» και, προς μεγάλη του τιμή, «θέλω να μάθω πώς τόσοι πολλοί [από τους αναγνώστες μου] βρήκαν τη σωστή απάντηση για το «εμβόλιο» και εγώ όχι.»
Με το «νικητές» ήταν ίσως λίγο σκωπτικός: φαινομενικά εννοεί ότι οι «μη εμβολιασμένοι» δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της ύπαρξης του «εμβόλιου» στο σώμα τους, καθώς αρκετά δεδομένα σχετικά με την έλλειψη ασφάλειας των «εμβολίων» φαίνεται τώρα να αποδεικνύουν ότι, όσον αφορά τους κινδύνους, η επιλογή να μην «εμβολιαστούν» έχει δικαιωθεί, για τα άτομα χωρίς υποκείμενα νοσήματα.
Αυτό που ακολουθεί είναι μια προσωπική απάντηση στον Scott, η οποία εξηγεί το πώς η εξέταση των πληροφοριών που ήταν διαθέσιμες εκείνη την εποχή οδήγησε ένα άτομο – εμένα – να αρνηθεί το «εμβόλιο». Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι έκαναν το «εμβόλιο» πήραν την λάθος απόφαση, ούτε πως όλοι όσοι το αρνήθηκαν το έκαναν για τους σωστούς λόγους.
- Κάποιοι είπαν ότι το «εμβόλιο» δημιουργήθηκε βιαστικά. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί και όχι. Μεγάλο μέρος της έρευνας για τα «εμβόλια» mRNA είχε ήδη γίνει εδώ και πολλά χρόνια, και οι κορωνοϊοί ως κατηγορία είναι επαρκώς γνωστοί, επομένως ήταν τουλάχιστον εφικτό ότι μόνο ένα μικρό κλάσμα της ανάπτυξης του «εμβολίου» υπήρξε βεβιασμένη.
Το πολύ πιο σημαντικό σημείο ήταν ότι το «εμβόλιο» κυκλοφόρησε χωρίς μακροχρόνιες δοκιμές. Επομένως, ισχύει μία από τις δύο συνθήκες: Είτε δεν μπορούσε να γίνει κανένας ισχυρισμός με σιγουριά σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του «εμβόλιου», είτε υπήρχε κάποιο εκπληκτικό επιστημονικό επιχείρημα για μια θεωρητική βεβαιότητα που θα μπορούσε να γίνει για πρώτη και μοναδική φορά στα χρονικά, σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του συγκεκριμένου «εμβολίου». Το τελευταίο θα ήταν τόσο ασυνήθιστο, που θα μπορούσε (από ό,τι ξέρω) να είναι ακόμη και καινοφανές στην ιστορία της ιατρικής. Αν ίσχυε αυτό, θα ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο θα μιλούσαν οι επιστήμονες, αλλά δεν ήταν. Ως εκ τούτου, καταλήγουμε στην πιο προφανή, πρώτερη κατάσταση πραγμάτων: κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί με σιγουριά οτιδήποτε για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του «εμβόλιου».
Δεδομένου, λοιπόν, ότι η μακροπρόθεσμη ασφάλεια του «εμβόλιου» δεν ήταν θεωρητικά προβλέψιμη, ο μη μετρήσιμος μακροπρόθεσμος κίνδυνος από τη λήψη του θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο από έναν εξαιρετικά υψηλό βέβαιο κίνδυνο εξαιτίας της μη λήψης του. Συνεπώς, θα μπορούσε να προβληθεί ένα ηθικό και επιστημονικό επιχείρημα υπέρ της χρήσης του μόνο από άτομα με υψηλό κίνδυνο σοβαρής ασθένειας, σε περίπτωση έκθεσης στον COVID. Ακόμη και τα πρώτα δεδομένα έδειξαν αμέσως ότι εγώ (και η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού) δεν ανήκα σ' αυτή την ομάδα.
Η διαρκής εμμονή να κυκλοφορήσει το «εμβόλιο» σε ολόκληρο τον πληθυσμό, όταν τα δεδομένα αποκάλυψαν ότι όσοι δεν είχαν συννοσηρότητες διέτρεχαν χαμηλό κίνδυνο σοβαρής ασθένειας ή θανάτου από τον COVID, ήταν επομένως ανήθικη και επιστημονική. Το επιχείρημα ότι η μειωμένη μετάδοση από τους μη ευάλωτους στους ευάλωτους ως αποτέλεσμα του μαζικού «εμβολιασμού» θα μπορούσε να ευσταθεί, μόνο εάν είχε τεκμηριωθεί η μακροπρόθεσμη ασφάλεια του «εμβόλιου», κάτι που δεν είχε γίνει. Δεδομένης της έλλειψης αποδείξεων μακροπρόθεσμης ασφάλειας, η πολιτική μαζικού «εμβολιασμού» έθετε σαφώς σε κίνδυνο τη ζωή νέων ή υγιών ατόμων, για να σώσει ηλικιωμένους και ασθενείς. Οι υπεύθυνοι για την χάραξη της πολιτικής δεν το αναγνώρισαν καν αυτό, δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε ανησυχία για τη σοβαρή ευθύνη που αναλάμβαναν, καθώς έθεταν εν γνώσει τους ανθρώπους σε κίνδυνο, ούτε υπέδειξαν το πώς είχαν σταθμίσει τους κινδύνους πριν καταλήξουν στις θέσεις τις πολιτικής τους. Συνολικά, αυτός ήταν ένας πολύ ισχυρός λόγος για να μην εμπιστευόμαστε την πολιτική ή τους ανθρώπους που την καθορίζουν.
Τουλάχιστον, εάν το στοίχημα με την υγεία και τις ζωές των ανθρώπων που αντιπροσωπεύει η πολιτική του καταναγκαστικού «εμβολιασμού» είχε ληφθεί μετά από μια επαρκή ανάλυση κόστους-οφέλους, αυτή η απόφαση θα ήταν μια αμφίρροπη κρίση. Οποιαδήποτε ειλικρινής παρουσίασή του θα περιλάμβανε τη διφορούμενη φρασεολογία της εξισορρόπησης του κινδύνου και της δημόσιας διαθεσιμότητας των πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο στάθμισης των κινδύνων και τη λήψη της απόφασης. Στην πραγματικότητα, η γλώσσα των υπευθύνων χάραξης της πολιτικής ήταν ανέντιμα ξεκάθαρη και οι συμβουλές που πρόσφεραν δεν υποδήλωναν κανέναν κίνδυνο από τη λήψη του «εμβόλιου». Αυτή η συμβουλή ήταν απλώς ψευδής (ή, αν προτιμάτε, παραπλανητική,) με βάση τα στοιχεία της εποχής, και χωρίς επιστημονικά εχέγγυα.
- Δεδομένα που δεν υποστήριζαν τις πολιτικές σχετικά με τον COVID καταστέλλονταν ενεργά και μαζικά. Αυτό ανέβασε τον πήχη των επαρκών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την βεβαιότητα ότι το «εμβόλιο» ήταν ασφαλές και αποτελεσματικό. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πήχης δεν υπερπηδήθηκε.
- Απλές αναλύσεις, ακόμη και των πρώιμων διαθέσιμων δεδομένων, έδειξαν ότι το κατεστημένο ήταν διατεθειμένο να κάνει πολύ μεγαλύτερη ζημιά, όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δαπάνη των δημόσιων πόρων, για την πρόληψη ενός θανάτου από τον COVID, από οποιοδήποτε άλλο είδος θανάτου. Γιατί αυτή η δυσαναλογία; Απαιτείτο μια εξήγηση αυτής της υπερβολικής αντίδρασης. Η πιο επιεικής εικασία ως προς το τι την κινητροδοτούσε ήταν «ο παλιός καλός, ειλικρινής πανικός». Αλλά εάν μια πολιτική καθοδηγείται από τον πανικό, τότε ο πήχης για να την ακολουθήσετε ανεβαίνει ακόμα πιο ψηλά. Μια λιγότερο επιεικής εικασία είναι ότι υπήρχαν αδήλωτοι λόγοι για την πολιτική αυτή, οπότε, προφανώς, το «εμβόλιο» δεν μπορούσε να είναι αξιόπιστο.
- Ο φόβος είχε σαφώς δημιουργήσει έναν πανικό για την υγεία και έναν ηθικό πανικό ή «σχηματισμό μαζικής ψύχωσης» (mass psychosis formation). Αυτό έθεσε σε λειτουργία πολλές πολύ ισχυρές γνωστικές προκαταλήψεις και φυσικές ανθρώπινες τάσεις ενάντια στον ορθολογισμό και την αναλογικότητα. Τα τεκμήρια αυτών των προκαταλήψεων βρίσκονταν παντού: περιελάμβανε τη διακοπή των στενών συγγενικών σχέσεων, την κακομεταχείριση ανθρώπων από άλλους που πριν ήταν απολύτως αξιοπρεπείς, την προθυμία των γονέων να προκαλέσουν αναπτυξιακή βλάβη στα παιδιά τους, εκκλήσεις για μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις δικαιωμάτων που έγιναν από μεγάλους αριθμούς πολιτών προηγουμένως ελεύθερων χωρών χωρίς καμία προφανή ανησυχία για τις φρικτές συνέπειες αυτών των εκκλήσεων και της αδίστακτης, ακόμη και παθιασμένης, συμμόρφωσης με πολιτικές που θα έπρεπε να δικαιολογούν τον χλευασμό από ψυχολογικά υγιή άτομα (ακόμα και αν οι πολιτικές αυτές ήταν απαραίτητες ή απλώς βοηθητικές). Μέσα στην καταληψία μιας τέτοιας ψύχωσης πανικού ή μαζικής συμμόρφωσης, ο αποδεικτικός πήχης για ακραίους ισχυρισμούς (όπως η ασφάλεια και η ηθική αναγκαιότητα του να εγχέει κανείς στο σώμα του μια μορφή γονιδιακής θεραπείας που δεν έχει υποβληθεί σε μακροχρόνιες δοκιμές) ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.
- Στις εταιρείες που ήταν υπεύθυνες για την κατασκευή και τελικά επωφελήθηκαν από τον «εμβολιασμό» δόθηκε νομική ασυλία. Γιατί να το έκανε αυτό μια κυβέρνηση, αν πίστευε πραγματικά ότι το «εμβόλιο» ήταν ασφαλές και ήθελε να του προσδώσει αξιοπιστία; Και γιατί να βάλω κάτι στο σώμα μου, το οποίο η κυβέρνηση έχει αποφασίσει ότι μπορεί να με βλάψει χωρίς να δικαιούμαι καμία νομική αποκατάσταση;
- Εάν οι σκεπτικιστές του «εμβολίου» έκαναν λάθος, θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν δύο καλοί λόγοι για να μην αποσιωπηθούν τα δεδομένα ή οι απόψεις τους. Πρώτον, είμαστε μια φιλελεύθερη δημοκρατία που εκτιμά την ελευθερία του λόγου ως θεμελιώδες δικαίωμα και δεύτερον, τα δεδομένα και τα επιχειρήματά τους θα μπορούσαν να αποδειχθούν ψευδή. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού αποφάσισαν να παραβιάσουν τις θεμελιώδεις αξίες μας και να καταστείλουν τη συζήτηση, προκαλεί το ερώτημα «Γιατί;» Αυτό δεν απαντήθηκε ικανοποιητικά πέρα από το εξής: «Είναι πιο εύκολο για εκείνους να επιβάλλουν τις εντολές τους σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν διαφωνούν» αλλά αυτό είναι ένα επιχείρημα κατά της συμμόρφωσης, παρά υπέρ αυτής. Η καταστολή των πληροφοριών a priori υποδηλώνει ότι οι πληροφορίες αυτές έχουν κάποια πειστική δύναμη. Δεν εμπιστεύομαι οποιονδήποτε δεν με εμπιστεύεται για να προσδιορίσω ποιες πληροφορίες και επιχειρήματα είναι έγκυρα και ποια άκυρα, όταν αυτό που διακυβεύεται είναι η υγεία μου – ειδικά όταν τα άτομα που προωθούν τη λογοκρισία ενεργούν υποκριτικά ενάντια στις δηλωμένες πεποιθήσεις τους για ενημερωμένη συναίνεση και σωματική αυτονομία .
- Το τεστ PCR αξιολογήθηκε ως το «χρυσό πρότυπο» των διαγνωστικών τεστ για τον COVID. Ενός λεπτού ανάγνωση για το πώς λειτουργεί το τεστ PCR δείχνει ότι δεν είναι κάτι τέτοιο. Η χρήση του για διαγνωστικούς σκοπούς είναι περισσότερο τέχνη παρά επιστήμη, για να το θέσω ευγενικά. Ο Kary Mullis, ο οποίος το 1993 κέρδισε το Νόμπελ Χημείας για την επινόηση της τεχνικής PCR, διακινδύνευσε την καριέρα του για να πει το ίδιο πράγμα, όταν προσπάθησαν να το χρησιμοποιήσουν ως διαγνωστικό τεστ για τον HIV, για να δικαιολογήσουν ένα μαζικό πρόγραμμα προώθησης πειραματικών αντι-ρετροϊικών φαρμάκων σε πρώιμους ασθενείς με AIDS, το οποίο τελικά σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό εγείρει το ερώτημα, «Πώς οι άνθρωποι που παράγουν τα δεδομένα που βλέπαμε στις ειδήσεις κάθε βράδυ και χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν την πολιτική μαζικού «εμβολιασμού» χειρίζονται την αβεβαιότητα σχετικά με τις διαγνώσεις που βασίζονται στα PCR;» Εάν δεν έχετε μια ικανοποιητική απάντηση σε αυτήν την ερώτηση, ο πήχης σας για τον κίνδυνο του «εμβολιασμού» θα πρέπει να ανέβει ξανά. (Μια προσωπική σημείωση: για να λάβω την απάντηση πριν πάρω την απόφασή μου για το αν θα υποβληθώ σε «εμβολιασμό», έστειλα ακριβώς αυτήν την ερώτηση, μέσω ενός φίλου, σε έναν επιδημιολόγο στο κέντρο Johns Hopkins. Αυτός ο επιδημιολόγος, ο οποίος συμμετείχε προσωπικά στη δημιουργία των ενημερωμένων δεδομένων για την εξάπλωση της πανδημίας παγκοσμίως, απάντησε απλώς ότι εργάζεται με τα δεδομένα που του έδωσαν και δεν αμφισβητεί την ακρίβεια ή τον τρόπο δημιουργίας τους. Με άλλα λόγια, η απόκριση στην πανδημία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε δεδομένα που δημιουργήθηκαν από διαδικασίες που δεν γίνονταν κατανοητές ή που δεν αμφισβητήθηκαν καν από τους δημιουργούς αυτών των δεδομένων.)
- Για να γενικεύσουμε το τελευταίο σημείο, ένας υποτιθέμενος οριστικός ισχυρισμός, από κάποιον που αποδεδειγμένα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του, θα πρέπει να απορρίπτεται. Στην περίπτωση της πανδημίας του COVID, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που ενήργησαν σαν το «εμβόλιο» να ήταν ασφαλές και αποτελεσματικό δεν είχαν καμία απτή ή πληροφοριακή απόδειξη για αυτούς τους ισχυρισμούς περί ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, πέρα από την υποτιθέμενη εξουσία κάποιων άλλων ανθρώπων που τους διατύπωσαν. Αυτό περιλαμβάνει πολλούς επαγγελματίες γιατρούς – ένα πρόβλημα που εγείρεται από ορισμένους από τις τάξεις τους (οι οποίοι, σε πολλές περιπτώσεις, λογοκρίθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έχασαν ακόμη και τη δουλειά ή τις άδειές τους). Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να διαβάσει τα γραφήματα του CDC για τα «εμβόλια» mRNA και, χωρίς να είναι επιστήμονας, να του γεννηθούν κάποιες προφανείς απορίες, του τύπου «Αν όμως…;» που θα μπορούσαν να τεθούν στους ειδικούς για να ελέγξουν μόνοι τους εάν όσοι προωθούσαν τα «εμβόλια» θα εγγυώνταν προσωπικά για την ασφάλειά τους. Για παράδειγμα, το CDC δημοσίευσε ένα infographic που ανέφερε τα εξής.
«Πώς λειτουργεί το εμβόλιο;
Το mRNA στο εμβόλιο διδάσκει στα κύτταρά σας πώς να δημιουργούν αντίγραφα της πρωτεΐνης ακίδας. Εάν εκτεθείτε στον πραγματικό ιό αργότερα, το σώμα σας θα τον αναγνωρίσει και θα ξέρει πώς να τον καταπολεμήσει. Αφού το mRNA παραδώσει τις οδηγίες, τα κύτταρα σας το διασπούν και απαλλάσσονται απ' αυτό».
Εντάξει. Ακολουθούν ορισμένες προφανείς ερωτήσεις που πρέπει να κάνετε: «Τι θα συμβεί εάν οι οδηγίες που δίνονται στα κύτταρα για τη δημιουργία της πρωτεΐνης ακίδας δεν αποβληθούν από το σώμα όπως προβλέπεται; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα προκύψει ποτέ μια τέτοια κατάσταση;». Εάν κάποιος δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις και βρίσκεται σε θέση πολιτικής ή ιατρικής εξουσίας, τότε δείχνει ότι είναι πρόθυμος να προωθήσει δυνητικά επιβλαβείς πολιτικές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που εμπεριέχονται. - Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, ένα σοβαρό άτομο έπρεπε τουλάχιστον να παρακολουθεί τα δημοσιευμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, καθώς προχωρούσε η πανδημία. Η Εξάμηνη Μελέτη Ασφάλειας και Αποτελεσματικότητας της Pfizer ήταν αξιοσημείωτη. Ο πολύ μεγάλος αριθμός των συγγραφέων της ήταν εντυπωσιακός και ο συνοπτικός ισχυρισμός τους ήταν ότι το υπό έλεγχο εμβόλιο ήταν αποτελεσματικό και ασφαλές. Τα δεδομένα της δημοσίευσης, ωστόσο, έδειχναν περισσότερους κατά κεφαλήν θανάτους στην ομάδα των «εμβολιασμένων», παρά στους «μη εμβολιασμένους».

Αν και αυτή η διαφορά δεν αποδεικνύει στατιστικά ότι η ένεση ήταν επικίνδυνη ή αναποτελεσματική, τα δεδομένα που δημιουργήθηκαν ήταν σαφώς συμβατά με (ας το θέσω ευγενικά) την ελλιπή ασφάλεια του «εμβολίου» - σε αντίθεση με την περίληψη της πρώτης σελίδας. (Μοιάζει σαν, ακόμη και επαγγελματίες επιστήμονες και κλινικοί γιατροί, να επιδεικνύουν μεροληψία και αλλότρια κίνητρα, όταν η εργασία τους πολιτικοποιείται.) Τουλάχιστον, ένας απλός αναγνώστης θα μπορούσε να δει ότι τα «συνοπτικά ευρήματα» τράβηξαν, ή τουλάχιστον έδειχναν μια αξιοσημείωτη έλλειψη περιέργειας για, τα δεδομένα – ειδικά δεδομένου του τι διακυβευόταν, και της τρομερής ευθύνης του να πείθεις κάποιον να βάλει κάτι μη δοκιμασμένο μέσα στο σώμα του.
- Καθώς περνούσε ο καιρός, έγινε πολύ σαφές ότι ορισμένοι από τους ενημερωτικούς ισχυρισμούς που είχαν διατυπωθεί για να πεισθούν οι άνθρωποι να «εμβολιαστούν», ειδικά από πολιτικούς και σχολιαστές μέσων ενημέρωσης, ήταν ψευδείς . Εάν αυτές οι πολιτικές είχαν πραγματικά δικαιολογηθεί από τα προηγουμένως επικαλούμενα «δεδομένα», τότε ο προσδιορισμός της αναλήθειας αυτών των «δεδομένων» θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε αλλαγή πολιτικής ή, τουλάχιστον, σε δηλώσεις διευκρινίσεων και συγγνώμης από τα άτομα που είχαν προηγουμένως εκφράσει αυτούς τους λανθασμένους αλλά κομβικούς ισχυρισμούς. Τα βασικά ηθικά και επιστημονικά πρότυπα απαιτούν από τα άτομα να καταγράφουν ξεκάθαρα τις απαραίτητες διορθώσεις και ανακλήσεις δηλώσεων που ενδέχεται να επηρεάσουν αποφάσεις που επηρεάζουν την υγεία. Εάν δεν το κάνουν, δεν πρέπει να τους εμπιστευόμαστε – ειδικά δεδομένων των τεράστιων πιθανών συνεπειών των πληροφοριακών σφαλμάτων τους για έναν ολοένα και πιο «εμβολιασμένο» πληθυσμό. Αυτό, όμως, δεν έγινε ποτέ. Αν οι «εμβολιαστές» είχαν ενεργήσει καλή τη πίστει, τότε στον απόηχο της δημοσίευσης των νέων δεδομένων καθ' όλη τη διάρκεια της πανδημίας, θα ακούγαμε (και ίσως και να δεχόμασταν) αλλεπάλληλα mea culpa. Δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο από πολιτικούς αξιωματούχους, κάτι που αποκάλυψε μια σχεδόν γενικευμένη έλλειψη ακεραιότητας, ηθικής σοβαρότητας ή ανησυχίας για την ακρίβεια της πληροφόρησης. Η, κατά συνέπεια, αναγκαία έκπτωση των αξιώσεων που είχαν προηγουμένως διατυπωθεί από τους αξιωματούχους δεν άφησε κανένα περιθώριο αξιόπιστης ετυμηγορίας εκ μέρους της πλευράς υπέρ του lockdown, και υπέρ του «εμβόλιου».
Για να προσφέρω μερικά παραδείγματα δηλώσεων που αποδείχθηκαν ψευδείς από τα δεδομένα, αλλά δεν ανακλήθηκαν ρητά:
«Δεν πρόκειται να πάθετε COVID αν κάνετε αυτά τα εμβόλια… Είμαστε σε μια πανδημία των μη εμβολιασμένων». – Τζο Μπάιντεν
«Τα εμβόλια είναι ασφαλή. Σας το υπόσχομαι…» – Joe Biden.
«Τα εμβόλια είναι ασφαλή και αποτελεσματικά». – Antony Fauci.
«Τα δεδομένα μας από το CDC υποδηλώνουν ότι τα εμβολιασμένα άτομα δεν φέρουν τον ιό, δεν αρρωσταίνουν – και δεν είναι μόνο στις κλινικές δοκιμές, αλλά είναι και σε δεδομένα του πραγματικού κόσμου». – Δρ Rochelle Walensky.
«Έχουμε πάνω από 100.000 παιδιά, κάτι που δεν είχαμε ποτέ στο παρελθόν, σε […] σοβαρή κατάσταση και πολλά σε αναπνευστήρες». – Δικαστής Sotomayer (κατά τη διάρκεια μιας υπόθεσης για να καθοριστεί η νομιμότητα των ομοσπονδιακών εντολών «εμβολιασμού»)…
… και τα λοιπά, και τα λοιπά.
Η τελευταία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί έγινε από δικαστή σε υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να καθορίσει τη νομιμότητα των ομοσπονδιακών εντολών. Στη συνέχεια, η προαναφερθείσα Δρ. Walensky, επικεφαλής του CDC, η οποία είχε προηγουμένως κάνει μια ψευδή δήλωση σχετικά με την αποτελεσματικότητα του «εμβολίου», επιβεβαίωσε υπό ανάκριση ότι ο αριθμός των παιδιών σε νοσοκομεία ήταν μόνο 3.500 – όχι 100.000.
Για να καταστήσουμε πιο έντονα την άποψη ότι οι προηγούμενες αξιώσεις και οι πολιτικές αντικρούονται από μεταγενέστερα ευρήματα, αλλά δεν αντιστρέφονται, ως αποτέλεσμα, η ίδια η Δρ Walensky, επικεφαλής του CDC, είπε, «ο συντριπτικός αριθμός των θανάτων – πάνω από 75 % – εμφανίστηκε σε άτομα που είχαν τουλάχιστον τέσσερις συννοσηρότητες. Έτσι, στην πραγματικότητα αυτοί ήταν άνθρωποι που δεν ήταν υγιείς εξ αρχής.» Αυτή η δήλωση υπονόμευσε τόσο πλήρως ολόκληρη τη δικαιολόγηση των πολιτικών του μαζικού «εμβολιασμού» και των lockdown, που κάθε διανοητικά έντιμο άτομο που τις υποστήριξε θα έπρεπε σε εκείνο το σημείο να επανεκτιμήσει τη θέση του. Ενώ ο μέσος Τζο μπορεί κάλλιστα να είχε χάσει αυτή την πληροφορία από το CDC, αυτές ήταν πληροφορίες της ίδιας της κυβέρνησης , οπότε ο Πρόεδρος Τζο (και οι παράγοντές του) σίγουρα δεν θα μπορούσαν να τις χάσουν. Πού ήταν η σαρωτική αλλαγή στην πολιτική ώστε να ταιριάζει με τη σαρωτική αλλαγή στην κατανόησή μας για τους κινδύνους που σχετίζονται με τον COVID, και συνεπώς με τη σχέση κόστους-οφέλους του μη δοκιμασμένου (μακροπρόθεσμα) «εμβολίου» έναντι του κινδύνου που σχετίζεται με τη μόλυνση από τον COVID; Δεν ήρθε ποτέ. Σαφώς, ούτε οι πολιτικές θέσεις, ούτε η υποτιθέμενα πραγματική τους βάση θα μπορούσαν να είναι αξιόπιστες.
- Ποια ήταν η νέα επιστήμη που εξηγούσε γιατί, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα «εμβόλιο» θα ήταν πιο αποτελεσματικό από τη φυσική έκθεση και τη συνακόλουθη ανοσία; Γιατί ήταν επείγον να κάνουμε ένα άτομο που είχε κολλήσει COVID, και είχε τώρα κάποια ανοσία, να «εμβολιαστεί» εκ των υστέρων;
- Το γενικό πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξήχθη ολόκληρη η συζήτηση για τον «εμβόλιο» ήταν τέτοιο, που ο αποδεικτικός πήχης για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του «εμβολίου» αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ η ικανότητά μας να προσδιορίσουμε αν είχε ξεπεραστεί αυτός ο πήχης. μειώθηκε. Οποιαδήποτε συνομιλία με ένα «ανεμβολίαστο» άτομο (και ως εκπαιδευτικός και δάσκαλος, συμμετείχα σε πάρα πολλές τέτοιες), πάντα περιλάμβανε τον «ανεμβολίαστο» να μπαίνει σε μια αμυντική στάση, ότι έπρεπε να δικαιολογηθεί στον «εμβολιαστή», ως αν η στάση του να ήταν de facto πιο επιζήμια από την αντίθετη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ακριβής προσδιορισμός των γεγονότων είναι σχεδόν αδύνατος: η ηθική κρίση αναστέλλει πάντα την αντικειμενική εμπειρική ανάλυση. Όταν η αμερόληπτη συζήτηση ενός θέματος είναι αδύνατη επειδή ο διάλογος έχει κορεστεί από τις επικρίσεις, η εξαγωγή συμπερασμάτων με επαρκή ακρίβεια και επαρκή βεβαιότητα για την προώθηση της παραβίασης δικαιωμάτων και τον καταναγκασμό σε ιατρικές πράξεις, είναι σχεδόν αδύνατη.
- Όσον αφορά τα αναλυτικά στοιχεία (και την άποψη του Scott σχετικά με την «δική μας» ευρετική (heuristics) που ξεπέρασε την «δική τους» αναλυτική), η ακριβολογία δεν είναι ακρίβεια. Πράγματι, σε περιβάλλοντα μεγάλης αβεβαιότητας και πολυπλοκότητας, η ακριβολογία συσχετίζεται αρνητικά με την ακρίβεια. (Ένας πιο ακριβής ισχυρισμός είναι λιγότερο πιθανό να είναι σωστός.) Μεγάλο μέρος του πανικού για τον COVID ξεκίνησε με τα επιδημιολογικά μοντέλα. Το μοντέλα είναι επικίνδυνα, καθώς βάζουν αριθμούς πάνω στα πράγματα. Οι αριθμοί είναι ακριβείς, και η ακρίβεια δίνει μια ψευδαίσθηση ακρίβειας – αλλά υπό συνθήκες μεγάλης αβεβαιότητας και πολυπλοκότητας, τα αποτελέσματα των μοντέλων κυριαρχούνται από τις αβεβαιότητες στις μεταβλητές εισόδου που έχουν πολύ μεγάλο (και άγνωστο) εύρος και στις πολλαπλές παραδοχές, που οι ίδιες δεν δικαιολογούν παρά μόνο μια χαμηλή εμπιστοσύνη. Επομένως, οποιαδήποτε διεκδικούμενη ακρίβεια της παραγωγής ενός μοντέλου είναι ψευδής και η φαινομενική ακρίβεια είναι μόνο και εξ ολοκλήρου αυτό - φαινομενική.
Το ίδιο είδαμε με τον ιό HIV στη δεκαετία του '80 και του '90. Τα μοντέλα εκείνη την εποχή καθόριζαν ότι έως και το ένα τρίτο του ετεροφυλόφιλου πληθυσμού θα μπορούσε να προσβληθεί από τον ιό HIV. Η Oprah Winfrey παρουσίασε αυτό το στατιστικό στοιχείο σε μια από τις εκπομπές της, θορυβώντας ένα ολόκληρο έθνος. Ο πρώτος κλάδος που γνώριζε ότι αυτό το στατιστικό ήταν παράλογα μεγάλο ήταν ο ασφαλιστικός κλάδος, όταν δεν συνέβησαν όλες οι πτωχεύσεις που αναμένονταν λόγω πληρωμών στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής. Όταν η πραγματικότητα δεν ταίριαζε με τα αποτελέσματα των μοντέλων τους, ήξεραν ότι οι υποθέσεις στις οποίες βασίστηκαν αυτά τα μοντέλα ήταν ψευδείς – και ότι το πρότυπο της νόσου ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που είχε δηλωθεί.
Για λόγους που δεν εμπίπτουν στο πεδίο ενδιαφέροντος αυτού του άρθρου, το λανθασμένο αυτών των υποθέσεων θα μπορούσε να είχε καθοριστεί εκείνη τη στιγμή. Σημαντικό για εμάς σήμερα, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτά τα μοντέλα βοήθησαν στη δημιουργία μιας ολόκληρης βιομηχανίας γύρω από το AIDS, η οποία ώθησε τα πειραματικά αντι-ρετροϊικά φάρμακα σε άτομα με HIV, χωρίς αμφιβολία με την ειλικρινή πεποίθηση ότι τα φάρμακα θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Αυτά τα φάρμακα σκότωσαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
(Παρεμπιπτόντως, ο άνθρωπος που ανακοίνωσε την «ανακάλυψη» του HIV από τον Λευκό Οίκο –όχι σε ιατρικό περιοδικό με ομότιμους κριτές– και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην τεράστια και θανατηφόρα αντίδραση σε αυτήν, ήταν ο ίδιος Άντονι Φάουτσι που κοσμεί τις τηλεοπτικές μας οθόνες τα τελευταία χρόνια.)
- Μια ειλικρινής προσέγγιση στα δεδομένα για τον COVID και στην ανάπτυξη των πολιτικών μέτρων θα είχε οδηγήσει στην επείγουσα ανάπτυξη ενός συστήματος για τη συλλογή ακριβών δεδομένων σχετικά με τις λοιμώξεις από COVID και τα αποτελέσματα των ασθενών με COVID. Αντίθετα, οι κυρίαρχες δυνάμεις έκαναν το ακριβώς αντίθετο, λαμβάνοντας αποφάσεις πολιτικής που εν γνώσει τους μείωναν την ακρίβεια των συλλεγόμενων δεδομένων, με τρόπο που θα εξυπηρετούσε τους πολιτικούς τους σκοπούς . Συγκεκριμένα, 1) σταμάτησαν να κάνουν διάκριση μεταξύ θανάτου από COVID και θανάτου με COVID και 2) παρείχαν κίνητρα στα ιατρικά ιδρύματα να εντοπίζουν τους θανάτους που προκλήθηκαν από τον COVID, όταν δεν υπήρχαν κλινικά δεδομένα που να υποστηρίζουν αυτό το συμπέρασμα. (Αυτό συνέβη επίσης κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος πανικού HIV πριν από τρεις δεκαετίες.)
- Η ανεντιμότητα της παράταξης υπέρ του «εμβόλιου» αποκαλύφθηκε από τις επαναλαμβανόμενες αλλαγές των επίσημων ορισμών των κλινικών όρων όπως το «εμβόλιο», των οποίων οι (επιστημονικοί) ορισμοί έχουν καθοριστεί εδώ και γενιές (όπως πρέπει να συμβαίνει, αν η επιστήμη θέλει να κάνει τη δουλειά της με ακρίβεια: οι ορισμοί των επιστημονικών όρων μπορούν να αλλάξουν, αλλά μόνο όταν αλλάξει η κατανόησή μας για τις αναφορές τους). Γιατί άραγε η κυβέρνηση άλλαξε τις έννοιες των λέξεων, αντί να πει απλώς την αλήθεια, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσε από την αρχή; Οι ενέργειές της ως προς αυτό ήταν εντελώς ανειλικρινείς και αντιεπιστημονικές. Η μπάρα των αποδεικτικών στοιχείων ανεβαίνει ξανά, και η δυνατότητά μας να εμπιστευόμαστε τα στοιχεία πέφτει προς τα κάτω.
Στο βίντεό του (το οποίο ανέφερα στο ξεκίνημα αυτού του άρθρου), ο Scott Adams ρωτούσε: «Πώς θα μπορούσα να προσδιορίσω ότι τα δεδομένα που μου έστειλαν [οι σκετπικιστές του «εμβολίου»] ήταν τα έγκυρα δεδομένα;» Δεν χρειαζόταν καν. Όσοι από εμάς τα διαβάσαμε την εικόνα σωστά, ή «νικήσαμε» (για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του), χρειαζόταν μόνο να αποδεχθούμε τα δεδομένα εκείνων που πίεζαν υπέρ του υποχρεωτικού «εμβολιασμού». Δεδομένου ότι είχαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τα δεδομένα να δείχνουν προς την δική τους μεριά, θα μπορούσαμε να βάλουμε ένα ανώτερο όριο εμπιστοσύνης στους ισχυρισμούς τους, τεστάροντας αυτούς τους ισχυρισμούς έναντι των δικών τους δεδομένων. Για κάποιο άτομο χωρίς συννοσηρότητες, αυτό το ανώτερο όριο εξακολουθούσε να είναι πολύ χαμηλό για να αναλάβει τον κίνδυνο του «εμβολιασμού», δεδομένου του πολύ χαμηλού κινδύνου σοβαρής βλάβης από τη μόλυνση από τον COVID-19.
Από αυτή την άποψη, αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί ένδειξη απουσίας τους. Αυτές οι συνθήκες ίσχυαν οπωσδήποτε στην πανδημία: υπήρχε ένα τεράστιο κίνητρο για όλο το κατεστημένο που πίεζε υπέρ του «εμβολίου» να παράσχουν επαρκή στοιχεία για να υποστηρίξουν τους ξεκάθαρους ισχυρισμούς τους για το εμβόλιο και τις πολιτικές των lockdown και να δυσφημήσουν, όπως έκαναν, εκείνους που διαφώνησαν. Απλώς δεν προσκόμισαν αυτά τα στοιχεία, προφανώς επειδή δεν υπήρχαν. Δεδομένου ότι θα τα είχαν προσκομίσει αν υπήρχαν, η έλλειψη προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων ήταν απόδειξη της απουσίας τους.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, πέρασα από το ενδεχόμενο να εγγραφώ αρχικά σε μια δοκιμή του εμβολίου, στο να κάνω μια ανοιχτόμυαλη δέουσα έρευνα, στο να γίνω τελικά σκεπτικιστής ως προς το «εμβόλιο» κατά του COVID. Γενικά πιστεύω ότι ποτέ δεν λέω «ποτέ», οπότε περίμενα μέχρι να απαντηθούν και να επιλυθούν τα ερωτήματα και τα ζητήματα που τέθηκαν παραπάνω. Τότε, θα ήμουν δυνητικά πρόθυμος να «εμβολιαστώ», τουλάχιστον κατ' αρχήν. Ευτυχώς, το να μην υποβληθεί κάποιος σε μια θεραπεία του αφήνει τη δυνατότητα να το κάνει στο μέλλον. (Δεδομένου, παρεμπιπτόντως, ότι δεν συμβαίνει το αντίστροφο, η αξία της επιλογής του «δεν ενεργώ ακόμη» βαραίνει κάπως υπέρ της προσεκτικής προσέγγισης.)
Ωστόσο, θυμάμαι την ημέρα που η απόφασή μου να μην κάνω το «εμβόλιο» έγινε στέρεη. Ένα καθοριστικό σημείο με οδήγησε στο να αποφασίσω ότι δεν θα έκανα το «εμβόλιο» υπό τις επικρατούσες συνθήκες. Λίγες μέρες αργότερα, είπα στη μητέρα μου σε ένα τηλεφώνημα: «Θα πρέπει να με δέσουν σε ένα τραπέζι».
- Ανεξάρτητα από τους κινδύνους που συνδέονται με τη μόλυνση από τον COVID από τη μια πλευρά, και από το «εμβόλιο» από την άλλη, η πολιτική «εμβολιασμού» επέτρεψε τις μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσοι ήταν «εμβολιασμένοι» χαίρονταν βλέποντας να έχουν αφαιρεθεί βασικές ελευθερίες από τους «μη εμβολιασμένους» (η ελευθερία να μιλάνε ελεύθερα, να εργάζονται, να ταξιδεύουν, να βρίσκονται με αγαπημένα πρόσωπα σε σημαντικές στιγμές όπως γεννήσεις, θάνατοι, κηδείες κ.λπ.) επειδή το υγειονομικό τους στάτους ως «εμβολιασμένοι» τους επέτρεψε να δεχτούν ξανά, σαν «προνόμια μόνο για εμβολιασμένους», τα δικαιώματα που είχαν αφαιρεθεί από όλους τους άλλους. Πράγματι, πολλοί άνθρωποι παραδέχτηκαν απρόθυμα ότι «εμβολιάστηκαν» για αυτόν ακριβώς τον λόγο, π.χ. για να διατηρήσουν τη δουλειά τους, ή για να βγαίνουν έξω με τους φίλους τους. Για μένα, αυτό θα αποτελούσε συνενοχή στην καταστροφή, μέσω δημιουργίας ιστορικού προηγούμενου και δια της συμμετοχής, των πιο βασικών δικαιωμάτων από τα οποία εξαρτάται η πολιτισμένη κοινωνία μας.
Άνθρωποι έχουν πεθάνει για να εξασφαλίσουν αυτά τα δικαιώματα για μένα και τους συμπατριώτες μου. Ως έφηβος, ο Αυστριακός παππούς μου κατέφυγε στην Αγγλία από τη Βιέννη και εντάχθηκε αμέσως στον στρατό του Τσόρτσιλ για να νικήσει τον Χίτλερ. Ο Χίτλερ ήταν ο άνθρωπος που δολοφόνησε τον πατέρα του, τον προπάππου μου, στο Νταχάου επειδή ήταν Εβραίος. Τα στρατόπεδα ξεκίνησαν ως ένας τρόπος για να τεθούν σε καραντίνα οι Εβραίοι, που θεωρούνταν φορείς ασθενειών που τα δικαιώματά τους έπρεπε να αφαιρεθούν, για την προστασία του ευρύτερου πληθυσμού. Το 2020, το μόνο που έπρεπε να κάνω για την υπεράσπιση τέτοιων δικαιωμάτων ήταν να ανεχθώ τις περιορισμένες μετακινήσεις και τον αποκλεισμό μου από τα αγαπημένα μου εστιατόρια κ.λπ., για μερικούς μήνες.
Ακόμα κι αν αποτελούσα κάποια περίεργη, στατιστικά ακραία περίπτωση, έτσι ώστε ο COVID να μπορούσε να με στείλει στο νοσοκομείο, παρά την ηλικία μου και την καλή μου υγεία, ας ήταν: αν επρόκειτο να μου πάρει τη ζωή, δεν θα άφηνα να πάρει παράλληλα τις αρχές και τα δικαιώματά μου.
Και αν έκανα λάθος; Τι θα γινόταν αν η μαζική κατάργηση των δικαιωμάτων, που ήταν η απόκριση των κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο σε μια πανδημία με ένα μικροσκοπικό ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ εκείνων που δεν ήταν «ασθενείς εξ αρχής», (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση της Διευθύντριας του CDC) δεν επρόκειτο να τελειώσει σε λίγους μήνες;
Κι αν επρόκειτο να συνεχιστεί για πάντα; Σε αυτή την περίπτωση, ο κίνδυνος για τη ζωή μου από τον COVID δεν θα ήταν τίποτα δίπλα στον κίνδυνο για τις ζωές όλων μας, καθώς θα βγαίναμε στους δρόμους με την τελευταία, απελπισμένη ελπίδα να παλέψουμε για να πάρουμε πίσω τις πιο βασικές ελευθερίες απ' όλες, από ένα Κράτος που έχει εδώ και καιρό ξεχάσει ότι η ύπαρξή του νομιμοποιείται μόνο για να τις προστατεύει και, αντ' αυτού, τις βλέπει τώρα ως άβολα εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν, ή και να καταστραφούν.